ιστιοπετής
From LSJ
Greek Monolingual
ἱστιοπετής, -ές (Α)
(για πλοία) αυτός που κινείται γρήγορα με τα ιστία, ταχυπόρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἱστίον + -πετής (< πέτομαι), πρβλ. αεροπετής, ουρανοπετής].
ἱστιοπετής, -ές (Α)
(για πλοία) αυτός που κινείται γρήγορα με τα ιστία, ταχυπόρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἱστίον + -πετής (< πέτομαι), πρβλ. αεροπετής, ουρανοπετής].