ὑπεκπίπτω

From LSJ
Revision as of 09:17, 24 May 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "καιροῡ" to "καιροῦ")

τυφὼς γὰρ ἐκβαίνειν παρασκευάζεται → a hurricane is getting ready to burst

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑπεκπίπτω Medium diacritics: ὑπεκπίπτω Low diacritics: υπεκπίπτω Capitals: ΥΠΕΚΠΙΠΤΩ
Transliteration A: hypekpíptō Transliteration B: hypekpiptō Transliteration C: ypekpipto Beta Code: u(pekpi/ptw

English (LSJ)

A miss, τοῦ καιροῦ J.AJ 16.11.5 (dub. l.). 2 prolapse, cj. in Sor.1.12.

Greek Monolingual

Α
1. αποτυγχάνω, αστοχώ, χάνωὑπεκπίπτω τοῦ καιροῦ», Ιώσ.)
2. (για όργανο του σώματος) παθαίνω πρόπτωση, μετατοπίζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ἐκπίπτω «χάνω, πέφτω έξω, παρεκκλίνω, αποτυγχάνω»].