σειριάζω
From LSJ
Γελᾷ δ' ὁ μῶρος, κἄν τι μὴ γελοῖον ᾖ → Mens stulta ridet, quando ridendum est nihil → Es lacht der Tor, auch wenn es nichts zu lachen gibt
English (LSJ)
sparkle, twinkle, given as etym. of Σειρῆνες used as name of the planets, Anon. ap. Theo Sm.p.146H.
Greek Monolingual
και σειράζω Α Σείριος
1. σπινθηροβολώ, ακτινοβολώ
2. (για κεραυνό) πλήττω, χτυπώ.