δυσπάρευνος

From LSJ
Revision as of 13:00, 11 November 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "'Étymologie:''' δυσ-," to "'Étymologie:''' δυσ-,")

οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλὰ ἠγέρθη → He is not here, but is risen

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δυσπάρευνος Medium diacritics: δυσπάρευνος Low diacritics: δυσπάρευνος Capitals: ΔΥΣΠΑΡΕΥΝΟΣ
Transliteration A: dyspáreunos Transliteration B: dyspareunos Transliteration C: dysparevnos Beta Code: duspa/reunos

English (LSJ)

ον, ill-mated, λέκτρον S.Tr.791.

Spanish (DGE)

-ον
• Prosodia: [-ᾰ-]
de funesto compañero λέκτρον S.Tr.791.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
dont la couche est funeste.
Étymologie: δυσ-, πάρευνος.

Russian (Dvoretsky)

δυσπάρευνος: (о брачном ложе) несчастливый, роковой (λέκτρον Soph.).

Greek (Liddell-Scott)

δυσπάρευνος: -ον, δύσλεκτρος, κακοστρωμένος, δυστυχής, λέκτρον Σοφ. Τρ. 791.

Greek Monolingual

δυσπάρευνος, -ον (Α)
φρ. «δυσπάρευνον λέκτρον» — κακοστρωμένο κρεβάτι, δύστυχος γάμος.

Greek Monotonic

δυσπάρευνος: -ον, αυτός που έχει κακό σύντροφο στο κρεβάτι, σε Σοφ.

Middle Liddell

δυσ-πάρευνος, ον
ill-mated, Soph.