διαχρέομαι
From LSJ
Νέος ὢν ἀκούειν τῶν γεραιτέρων θέλε → Audi libenter, ipse adhuc iuvenis, senes → Als junger Mann hör' gerne auf die Älteren
English (LSJ)
subj. διαχρέωμαι, lon. for διαχράομαι (q.v.).
Spanish (DGE)
v. διαχράομαι.
French (Bailly abrégé)
v. διαχράομαι.
Greek (Liddell-Scott)
διαχρέομαι: ὑποτακτ. διαχρέωμαι, Ἰων. ἀντὶ διαχρῶμαι.
German (Pape)
ion. = διαχράομαι.