μελαγκρανίς
From LSJ
Θνητὸς πεφυκὼς τοὐπίσω πειρῶ βλέπειν → Homo natus id, quod instat, ut videas, age → Als sterblich Wesen mühe dich zu seh'n, was folgt
English (LSJ)
ίδος, ἡ, black bog-rush, Schoenus nigricans, Thphr.HP4.12.1 (μελαγκράνισμα, μελαγκρανισμόν codd.), Plin.HN 21.113. (Fort. proparox.)
Greek Monolingual
μελαγκρανίς, -ίδος, ή μελάγκρανις, -άνιος, ἡ (Α)
είδος σχοίνου με μαύρη κορυφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας, -ανος + -κρανίς (< κρανίον), πρβλ. εγκρανίς].