Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μέλας

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: μέλᾱς Medium diacritics: μέλας Low diacritics: μέλας Capitals: ΜΕΛΑΣ
Transliteration A: mélas Transliteration B: melas Transliteration C: melas Beta Code: me/las

English (LSJ)

(

   A μέλᾰς Rhian.58, where μέγας is corrupt for μέλας) , μέλαινα, μέλᾰν; gen. μέλᾰνος, μελαίνης, μέλᾰνος, etc.; Ep. dat. μείλανι (metri gr.) Il.24.79: Aeol. nom. μέλαις, from *μέλανς, Choerob. in Theod. 1.123, Greg.Cor.p.599 S., hence restored in Sapph.57:—black, dark: in Hom. generally, dark in colour, οἶνος Od.5.265; μέλαν αἷμα, κῦμα, Il.4.149, 23.693; γαῖα μέλαινα 2.699, cf. Sapph.Supp.5.2; ὕδωρ μέλαν Αἰσήποιο Il.2.825, cf. Od.4.359, νηῦς μ., from its being pitched over, Il.1.300, al.; of men, dark, swarthy, μέλανας δὲ ἀνδρικοὺς ἰδεῖν Pl.R.474e; ἰσχυρός τις ἦν, μ. D.21.71; τὰ μ. black marks about the ears of dogs, X.Cyn.5.23.    II dark, murky, ἕσπερος Od.1.423; εὐφρόνα Pi.N.7.3.    III metaph., black, dark, θάνατος Il.2.834, etc.; κήρ ib.859, etc.; ὀδύναι 4.117, etc. (the origin of the metaphor is seen in the phrases θανάτου μ. νέφος, ἄχεος νεφέλη μ., 16. 350, 18.22); μ. τύχα, ἀρά, A.Supp.89 (lyr.), Th.832 (lyr.); Ἐρινύς ib.993 (lyr.), cf. Eu.52; ἄτα Id.Ag.769 (lyr.); Ἄρης ib.1511 (lyr.); Ἅιδης S.OT29; Ἅιδου μ. ἀνάγκα E.Hipp.1388 (lyr.), etc.; ἡμέραι μέλαιναι, = Lat. dies atri, Plu.Luc.27.    2 of the voice, indistinct, Arist.Top.106a25, Philostr.VA4.44; βραχὺ καὶ μ. φώνημα, of Nero, D.C.61.20.    3 dark, obscure, enigmatical, ἱστορίη AP11.347 (Phil.).    4 of character, dark, malignant, μ. φρήν, καρδία, Sol.42.4, Pi.Fr.123.4; μ. ἄνθρωποι Plu.2.12d; μ. ἦθος M. Ant.4.28.    IV Comp. μελάντερος, α, ον, blacker, very black, τοῦ δ' οὔ τι μελάντερον ἔπλετο ἔσθος Il.24.94: prov. of thick darkness, [νέφος] μελάντερον ἠΰτε πίσσα (v. ἠΰτε) 4.277: Sup. μελάντατος Hp. VC14, Ar.Fr.580, etc.:—Comp. also μελανώτερος Str.16.4.12: Sup. μελαινότατος AP11.68 (Lucill.), Epigr.Gr.320.4 (Thyatira).    V μέλαινα (sc. νοῦσος), ἡ, Medic., of diseases causing black secretions (such as melaena), Hp.Morb.2.73.    VI μέλαν, τό, v. sub voc. (Cf. Skt. málam 'dirt', malinás 'dirty', Lett. melns 'black'.)

German (Pape)

[Seite 120] αινα, αν, gen. μέλανος, äol. μέλαις, Greg. Cor. p. 599, ep. μείλας, μείλανι, Il. 24, 79, s. auch μέλανος u. κελαινός, – schwarz, dunkel; νύξ, Il. 18, 486, ἕσπερος, Od. 1, 423, εὐφρόνα, Pind. N. 7, 3, wie Soph. El. 19; νύξ, Aesch. Pers. 349; καπνός, λιγνύς, Suppl. 760 Spt. 476; auch αἴγλα, Eur. Troad. 549; γαῖα, Il. 2, 699; ἤπειρος, Od. 14, 97; σποδιά, 5, 488; τέφρη, Il. 18, 25; ἄρουρα, Pind. N. 11, 39; auch ὕδωρ, Il. 2, 825, wie κῦμα, 23, 693; πόντος, Eur. I. T. 107, wie Ap. Rh. 1, 922; αἷμα, Aesch. Eum. 935, Soph. Trach. 714, vgl. Ai. 1391, Eur. Hec. 536, wobei an verschiedene Abstufungen der dunklen Farbe zu denken; οἶνος μ., Od. 5, 265, ist dunkelrother Wein; ναῦς μέλαινα bei Hom. das schwarze, dunkle Schiff, denn alle Schiffe, welche eine Zeitlang im Wasser gewesen sind, sehen schwarz aus, so daß man weder an die schwarz gepichte Außenseite, noch an den tiefen, dunklen Schiffsraum zu denken hat. – Uebertr. vom Tode, den alle Menschen mit der schwarzen Nacht u. Tiefe zusammenbringen, ohne daß man darum μέλας in dieser Vrbdg »verdunkelnd« zu übersetzen hätte, θάνατος, Il. 2, 834 Od. 12, 92; Pind. P. 11, 56; φόνος, I. 7, 50; häufig bei Hom. Κήρ u. Κῆρες, z. B. Il. 2, 859 Od. 2, 283; eben so μέλαν νέφος θανάτοιο; ἄχεος νεφέλη μέλαινα, Il. 16, 350. 18, 22, u. ähnl. μέλαιναι ὀδύναι, die schwarzen, finsteren Schmerzen, oder wobei es Einem schwarz vor den Augen wird, Il. 4, 117. 191. So bes. bei den Tragg., ὦ μέλαινα καὶ τελεία γένεος Οἰδίπου τ' Ἄρα, Aesch. Spt. 814, Ἐρινύς, 977, auch Ἄρης, die finstre, wilde, grausame, Ag. 1492, τύχα, Suppl. 83, ὄναρ, 865; Ἅιδης, Soph. O. R. 29; Ἅιδου μέλαινα νύκτερός τ' ἀνάγκα, Eur. Hipp. 1388, der auch das Schwert so nennt, Gr. 1472 u. öfter. Im bestimmten Ggstz von λευκός, ἄρν' ἕτερον λευκόν, ἑτέρην δὲ μελαίνην, Il. 3, 103; βότρυες, Hes. Sc. 294; Soph. ἐξ ὅτου λευκὴν ἐγὼ τήνδ' ἐκ μελαίνης ἀμφιβάλλομαι τρίχα, Ant. 1080; πέπλοι, Eur. I. A. 1439; ἐάν τε λευκὸς ἐάν τε μέλας, Plat. Rep. VII, 523 d, öfter. – Auch auf andere Sinne übertr., von der Stimme, dumpf, heiser, Ggstz λαμπρός, Arist. Topic. 1, 15 u. Sp., wie Philostr.; φώνημα, D. C. 61, 20; – φρένες, dunkler, tiefliegender Sinn (vgl. ἀμφιμέλας u. λευκός), und von Schriftwerken, dunkel, schwer zu verstehen, ἱστορίη, Philip. 44 (XI, 347), im Ggstz von λευκὸς στίχος; – μέλανες ἄνθρωποι, schwarze, ruchlose Menschen, Plut. educ. lib. 14; u. so auch wohl φρένες μέλαιναι, im scol. des Sol. bei D. L. 1, 61. Von einem Pankratiasten sagt Dem. 21, 71 ἰσχυρός τις ἦν, μέλας. – Τὸ μέλαν, die Tinte (s. oben), das Schwarze im Auge, s. Arist. sens. 2. – Compar. μελάντερος, schwärzer, Il. 24, 94; νέφος μελάντερον ἠΰτε πίσσα, wie wir auch »pechschwarz« sagen, 4, 277; μελανώ τερος, s. oben. Den superl. μελάντατος haben Sp.

Greek (Liddell-Scott)

μέλᾱς: [ἀλλὰ μέλᾰς, ἐν Ριαν. παρὰ Χοιροβ. 1. 94, ἔνθα ἐσφαλμένως γράφεται τὸ μέγας ἀντὶ τοῦ μέλας, ἴδε Α. Β. 1182, μέλαινα, μέλᾰν· γέν. μέλᾰνος, μελαίνης, μέλᾰνος, κτλ.· (πρβλ τάλας, ὅπερ εἶναι ἡ μόνη λέξις ἀκριβῶς ὁμοία κατὰ τὸν τύπον): Ἐπικ. δοτ. μείλανι Ἰλ. Ω. 79· Αἰολ. ὀνομαστ. μέλαις Γρηγ. Κορίνθου 599· (ἴδε ἐν τέλει). Μελανός, μαῦρος, μέλαν αἷμα, κῦμα, μέλας οἶνος, γαῖα μέλαινα κτλ., Ὅμ., παρ’ ᾧ ἡ λέξ. κεῖται πρὸς περιγραφὴν παντὸς μελανωποῦ πράγματος καὶ ὅταν τοῦτο δὲν εἶναι ὁλοσχερῶς μέλαν· μέλαν ὕδωρ, ἴσως διότι ἀντλεῖται ἐκ βαθείας πηγῆς ἢ ἐκ βαθέος φρέατος (πρβλ. μελάνυδρος), Ὀδ. Δ 359· ναῦς μέλαινα, ἢ διότι εἶναι πεπισσωμένη (πρβλ. μελαναίων), ἢ ἐκ τοῦ σκοτεινοῦ χρώματος παντὸς πλοίου φαινομένου ἐπὶ τῆς θαλάσσης, Ἰλ. Α. 300, κ. ἀλλ.· - ἐπὶ ἀνδρὸς μελανόχρους, μαυροειδούς, μελαψός, ἐπὶ ἡλιοκαοῦς, (πρβλ. λευκὸς ΙΙ. 1), μέλανας δὲ ἀνδρικοὺς ἰδεῖν Πλάτ. Πολ. 474Ε· ἰσχυρός τις ἦν, μέλας Δημ. 537. 17· τὰ μέλανα, μέλανα σημεῖα περὶ τὰ ὦτα τῶν κυνῶν, Ξεν. Κυν. 5, 23· πρβλ. μελάγχροος, μελάμπυγος. ΙΙ. μέλας, μαῦρος, σκοτεινός, σκιερός, ἕσπερος, νύξ, κτλ., Ὅμ., Πίνδ., κλ. ΙΙΙ. μεταφορ., σκοτιενός, «μαῦρος», φοβερός, θάνατος Ἰλ. Β. 834. κτλ.· Κὴρ αὐτόθι 859, κτλ.· ὀδύναι Δ. 117, κτλ.· ἡ δὲ ἀρχὴ τῆς μεταφορικῆς χρήσεως φαίνεται σαφέστερον ἐν ταῖς φράσεσι, μ. νέφος θανάτοιο, ἄχεος νεφέλη μ. Π. 550, Σ. 22· παρὰ τοῖς μετέπειτα καί: μ. τύχη, ἀρὰ Αἰσχύλ. Ἱκ. 88, Θήβ. 833· Ἐρινὺς αὐτόθι 988, πρβλ. Εὐμ. 52· ἄτη Ἀγ. 770· Ἄρης αὐτόθι 1511· Ἅιδης Σοφ. Ο. Τ. 29· Ἅιδου μέλ. ἀνάγκη Εὐτ. Ἱππ. 1388, κτλ.· ἡμέραι μέλαιναι = Λατιν. dies atri, Πλουτ. Λούκουλλ. 27. - Ἐν πᾶσι τούτοις ἀντιτίθεται τὸ λευκός. 2) ἐπὶ τῆς φωνῆς, ἀμυδρός, ἀσαφής, Λατ. fuscus, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ λευκὸς (Ι. 2), Ἀριστ. Τοπ. 1. 15, 4, Φιλόστρ. 185· φώνημα βραχὺ καὶ μ., ἐπὶ τοῦ Νέρωνος Δίων Κ. 61. 20. 3) ἀσαφής, σκοτεινός, αἰνιγματώδης, Ἀνθ. Π. 11. 347· - ὡς ἐν τῇ Λατ. «Lycophron ater» Papinius Statius «Sylvae» 5. 3, 157. 4) ἐπὶ προσώπων, ἔχων μαύρην ψυχήν, κακός, δυσμενὴς (πρβλ. τὸ τοῦ Ὁρατίου hic niger est), Πλούτ. 2. 12D· μ. ἦθος Μ. Ἀντων. 4. 28· - οὕτω πιθαν., μέλαιναι φρένες, Σόλων παρὰ Διογ. Λ. 1. 61· μ. καρδία Πίνδ. Ἀποσπ. 88· ἂν καὶ δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν πρὸς ταῦτα τὸ Ὁμηρικὸν φρένες ἀμφιμέλαιναι. IV. Συγκρ. μελάντερος, -α, -ον, μελανώτερος, τοῦ δ’ οὔ τι μελάντερον ἔπλετο ἔσθος Ἰλ. Ω. 94· παροιμ. ἐπὶ τοῦ πυκνοτάτου σκότους, [[[νέφος]]] μελάντερον ἠΰτε πίσσα (ἴδε ἐν λ. ἠΰτε) Δ. 277· - Ὑπερθετ. μελάντατος Ἱππ. 908Β, κτλ.· - Συγκρ. ὡσαύτως μελανώτερος (ἐκ τοῦ μελανός), ὡσαύτως Στράβ. 772. V. μέλαν, τό, ἴδε τὴν λέξιν. (Κατὰ τὸν Κούρτιον ἡ ῥίζα εὕρηται ἐν τῷ μολύνω (πρβλ. ὡσαύτως μολοβρός)· Σανσκρ. mal-am (sordes), mal-as (sordidus), mal-inas (lutulentus, niger)· Λατ. mal-us, mal-ignus· Γοτθ. mail (ῥυτίς)· Ἀρχ. Γερμαν. meil (macula)· Λιθ. mὸl-is (lutum), mel-ynas (caeruleus)· Λεττ. mel-s (niger). - Ἀρνεῖται δὲ πᾶσαν σχέσιν πρὸς τὸ κελαινός).

French (Bailly abrégé)

αινα, αν ; gén. μέλανος, αίνης, ανος;
noir :
I. au propre;
1 noir, de couleur noire : ναῦς μέλαινα IL noir vaisseau, à cause du badigeon de goudron ; τὸ μέλαν, le cœur noir (du chêne), ou noir pour se teindre, ou l’encre ou noir pour écrire et pour peindre;
2 p. ext. sombre en parl. du soir ; brun en parl. de pers.
II. fig. 1 sombre, triste, funeste : μέλαν νέφος θανάτοιο IL le sombre nuage de la mort ; μέλας θάνατος IL la sombre mort ; μελαίνα τύχη ESCHL sort funeste ; μελαίνα ἀρά ESCHL imprécation funeste, etc. ; ἡμέραι μέλαιναι PLUT jours sombres ; morose;
2 méchant;
Cp. μελάντερος, rar. μελανώτερος ; Sp. μελάντατος.
Étymologie: cf. lat. malus, skr. malas « sale », malam « saleté », etc.

English (Slater)

μέλας (μέλᾰνος, -ᾰνι; -αίνας, -αίνᾳ, -αιναν, -αιναι; μέλαν acc.)
   1 dark met., dismal λάχναι νιν μέλαν γένειον ἔρεφον pr. (O. 1.68) λέγοντι μὰν χθόνα μὲν κατακλύσαι μέλαιναν ὕδατος σθένος (O. 9.50) μέλανος ἂν ἐσχατιὰν καλλίονα θανάτου (θάνατον v. l.) (P. 11.56) οὐ φάος, οὐ μέλαιναν δρακέντες εὐφρόναν (N. 7.3) ἐν σχερῷ δ' οὔτ ὦν μέλαιναι καρπὸν ἔδωκαν ἄρουραι (N. 11.39) Τηλέφου μέλανι ῥαίνων φόνῳ πεδίον (I. 8.50) ]α φυγόντα νιν καὶ μέλαν ἕρκος ἅλμας[ Δ. 1. 1. ὑπὸ σιγᾷ μελαίνᾳ κάρα κέκρυπται Παρθ. 1. 1. θεῷ δὲ δυνατὸν μελαίνας ἐκ νυκτὸς ἀμίαντον ὄρσαι φάος fr. 108b. 1. ἢ σιδάρου κεχάλκευται μέλαιναν καρδίαν ψυχρᾷ φλογί unenlightened fr. 123. 5. πάρος μέλαιναν καρδίαν ἐστυφέλιξεν pr. fr. 225.

Spanish

negro, oscuro, tinto, tinta

English (Strong)

apparently a primary word; black: black.

English (Thayer)

μέλαινα, μέλαν, genitive μέλανος, μελαινης, μέλανος (from Homer down), the Sept. several times for שָׁחֹר, black: λευκός, τό μέλαν, substantive black ink (Plato, Phaedr., p. 276c.; Demosthenes, p. 313,11; Plutarch, mor., p. 841e.; others): B. D. under the word Smith's Bible Dictionary, Writing, under the end.)

Greek Monolingual

-αινα, -αν (ΑM μέλας, -αινα, -αν, Α αιολ. ονομ. αρσ. μέλαις)
1. μαύρος, αυτός που έχει τελείως σκοτεινό χρώμα, το οποίο δεν ανακλά τις φωτεινές ακτίνες αλλά τίς απορροφά ολοσχερώς, αυτός που έχει το χρώμα του άνθρακα ή της αιθάλης
2. μελανός, σκούρος, σκοτεινός, σκοτεινόχρωμος (α. «λευκοὺς καὶ μέλανας βότρυας», Ησίοδ.
β. «μέλαν δὲ ἑ κῡμα κάλυψεν», Ομ. Ιλ.)
3. το θηλ. ως ουσ. η μέλαινα (ενν. νόσος)
αποβολή από τον πρωκτό μαύρου αίματος, που οφείλεται συχνά σε αιμορραγία του στομάχου ή του εντέρου, σε κίρρωση του ήπατος ή σε πάθηση της σπλήνας
νεοελλ.
φρ. «μέλαν σώμα»
φυσ. σύστημα το οποίο όταν διατηρείται σε σταθερή θερμοκρασία έχει την ικανότητα να απορροφά όλη την ακτινοβολία που προσπίπτει πάνω του
νεοελλ.-μσν.
το ουδ. ως ουσ. μαύρη χρωστική ουσία, μαύρη βαφή
μσν.
1. το αρσ. ως ουσ.μέλας
ο διάβολος, ο σατανάς
2. το ουδ. ως ουσ. α) πένθιμο ένδυμα
β) το μοναχικό σχήμα
3. φρ. «μετατρέπομαι εἰς τὸ μέλαν» ή «μεταβαίνω εἰς τὸ μέλαν»
i) μαυρίζω, σκοτεινιάζω
ii) γίνομαι σκυθρωπός, σκυθρωπάζω
μσν.-αρχ.
μελαχρινός, μελαψός
αρχ.
1. ζοφερός, σκοτεινός, σκιερός («τοῑσι δὲ τερπομένοισι μέλας ἐπὶ ἕσπερος ἦλθεν», Ομ. Οδ.)
2. μτφ. φοβερός, φρικτός, μαύροςμέλανος θανάτοιο», Ομ. Ιλ.)
3. (για φωνή) αμυδρός ή βραχνός («μελαίνῃ φωνῇ ἔχρητο», Φιλόστρ.)
4. μτφ. δυσνόητος, αινιγματικός
5. μτφ. κακόβουλος, κακοήθης, πονηρός, κακός (α. «μέλαινα καρδία», Πίνδ.
β. «μέλαν ἦθος», Μάρκ. Αυρ.
γ. «μὴ συνδιατρίβειν μέλασιν άνθρώποις διὰ κακοήθειαν», Πλούτ.)
6. το ουδ. ως ουσ. α) η γραφική μελάνη («αὐτὰ ἐν ὕδατι γράφει μέλανι στείρων διὰ καλάμου», Πλάτ.)
β) η ίριδα, η κόρη του οφθαλμού
γ) το αιδοίο
δ) στον πληθ. τὰ μέλανα
μαύρα σημεία γύρω από τα αφτιά τών σκύλων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. μέλας (< μέλαν-ς), μέλαινα (< μέλαν-) μέλαν (πρβλ. τάλας, τάλαινα, τάλαν) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα melә)- «λερώνω, μιαίνω, ακάθαρτος» και συνδέεται με τ. τών βαλτικών γλωσσών που σημαίνουν «μαύρος» (πρβλ. λεττον. melns «μαύρος» < mēlna- < melә-no-, αρχ. πρωσ. melne «μπλε κοιλίδα» κ.ά. Ο αρχ. ινδ. τ. malina- «ακάθαρτος» αντιστοιχεί σε έναν αμάρτυρο τ. μέλανος, από τον οποίο και προήλθε το μέλας υπό την επίδραση του θηλ. μέλαινα. Επίσης η λ. συνδέεται με τους τ. μελίνη, μολύνω, μώλωψ, καθώς και με το μύλλος (πρβλ. λατ. mulleus «μοβ»). Το επίθ. μέλας, τέλος, εμφανίζεται ως α' συνθετικό σε πάρα πολλές λ. όλων τών περιόδων της ελλ. με τις μορφές: μελαν- (< θ. της γενικής μέλας, -ανος) πριν από φωνήεν και οδοντικό ή φατνιακό σύμφωνο (τ, δ, θ, σ, ζ), πρβλ. μελαν-τειχής, μελάν-δρυς, μελάν-θεα, μελάν-ζοφος, μελάν-στερνος μελαν-είμων
μελαγ- πριν από ουρανικό σύμφωνο (κ, γ, χ), πρβλ. μελαγ-γραφής, μελαγ-κρήδεμνος, μελάγ-χυλος
και μελαμ- πριν από χειλικό σύμφωνο (π, β, φ), πρβλ. μελάμ-πτερος, μελάμ-βροτος, μελάμ-φωνος. Επίσης με τη μορφή μελανο- πριν από οποιοδήποτε σύμφωνο (πρβλ. μελανο-σώματος, μελανο-ποιός), ενώ το -ν- του θ. αφομοιώνεται ή απλοποιείται πριν από υγρό (λ) ή έρρινο (ν) σύμφωνο (πρβλ. μελάρ-ρινος, μελά-νοστος). Σε όλες τις περιπτώσεις το επίθ. μέλας προσδίδει στο β' συνθετικό την ιδιότητα του μαύρου, του σκοτεινού, του ζοφερού. Το επίθετο μέλας εμφανίζεται ως α' συνθετικό σε ξεν. επιστημονικούς όρους που έχουν εισαχθεί στα Νέα Ελληνικά ως αντιδάνεια: μελαναιμία (πρβλ. γαλλ. melanemie), μελανοδερμία (πρβλ. γαλλ. melanodermie).
ΠΑΡ. μελαίνω, μελάνι, μελανία, μελανίζω, μελανός, μελανότητα, μελανώνω
αρχ.
μελαιναίος, μελαινάς, μελαινίς, μελάνω, μελανώ (Ι).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μελάγχρους, μελανείμων, μελανοειδής, μελανόθριξ, μελανόστικτος, μελάνουρος, μελανόφθαλμος, μελανόφυλλος, μελανοχίτωνας
αρχ.
μελαγγραφής, μελάγγυιος, μελάγκαρπος, μελάγκερως, μελαγκευθής, μελάγκολπος, μελαγκόμης, μελάγκραιρα, μελαγκράνινος, μελαγκρανίς, μελαγκρήδεμνος, μελάγκροκος, μελάγκωπος, μελαγχαίτης, μελάγχιμος, μελάγχλαινος, μελάγχλωρος, μελάγχολος, μελαμβαθής, μελάμβιος, μελάμβοος, μελαμβόρειος, μελάμβροτος, μελάμβωλος, μελαμπαγής, μελάμπεδος, μελάμπεπλος, μελαμπέταλος, μελαμπεταλοχίτων, μελάμπετρος, μελαμπόρφυρος, μελάμπρωρος, μελάμπυγος, μελαμφαής, μελαμφαρής, μελάμφωνος, μελαμψηφίς, μελαμψίθιος, μελάμψωρος, μελανάγριος, μελανάετος, μελάναιγις, μελάνδειρος, μελάνδετος, μελανδίνης, μελάνδρυος, μελάνδρυς, μελάνζοφος, μελανθέα, μελανθής, μελάνιππος, μελανογράμματος, μελανοδέρματος, μελανόζυξ, μελανοκάρδιος, μελανόμματος, μελανονεφής, μελανοπλόκαμος, μελανοποιός, μελανοπτέρυξ, μελανόπωλος, μελανορράβδωτος, μελανόρριζον, μελανοσπαλάκισσα, μελανοσσός, μελανόστερφος, μελανόστολος, μελάνοστος, μελανοσυρμαίος, μελανοσώματος, μελανόφαιος, μελανοφανής, μελανόφλεψ, μελάνοφρυς, μελάνσπερμον, μελάνστερνος, μελαντειχής, μελαντραγής, μελάνυδρος, μελανώπις, μελάρρινος
αρχ.-μσν.
μελάγγειος, μελαγκόρυφος, μελαγκρήπις, μελαγχίτων, μελαμβαφής, μελάμπους, μελάμπτερος, μελαναυγής, μελανδόκος, μελανόκωλος, μελανοφόρος
μσν.
μελάγκορος, μελάγχυλος, μελαμπέδιλος, μελαναθήρ, μελανένδυτος, μελάνζωνος, μελανόμαλλος, μελανοπώγων, μελανοχαίτης
νεοελλ.
μελάγχη, μελαγχρωστική, μελαναιμία, μελανοδερμία, μελανοδοντία, μελανοκαρκίνωμα, μελανοκύτταρο, μελανόμαυρος, μελανόμορφος, μελανόρροια, μελανοτροπίνη, μελανούρια. (Β' συνθετικό) ερυθρομέλας, λευκομέλας, ολομέλας, υπομέλας, ωχρομέλας
αρχ.
ακρομέλας, αμφιμέλας, επιμέλας, μεσομέλας, παμμέλας, ποικιλομέλας, ρυπαρομέλας, υποχλωρομέλας, χλωρομέλας
νεοελλ.
τεφρομέλας].

Greek Monotonic

μέλᾱς: μέλαινα, μέλᾰν, γεν. μέλᾰνος, μελαίνης, μέλανος κ.λπ.· (πρβλ. τάλας, η μόνη όμοια ως προς τον σχηματισμό λέξη)· Επικ. δοτ. μείλανι,
I. μαύρος, μελαμψός, σε Όμηρ. κ.λπ.· μέλαν ὕδωρ, λέγεται για νερό που αναβλύζει από βαθιά πηγή (πρβλ. μελάνυδρος), σε Ομήρ. Οδ.
II. μαύρος, σκοτεινός, ζοφερός, ἕσπερος, νύξ, σε Όμηρ. κ.λπ.
III. 1. μεταφ., ζοφερός, φοβερός, θάνατος, Κήρ, η ρίζα της μεταφοράς φαίνεται σε φράσεις όπως μέλαν νέφος θανάτοιο, σε Όμηρ.
2. σκοτεινός, σκιώδης, σε Ανθ.
IV. συγκρ. μελάντερος, -α, -ον, πιο μαύρος, εντελώς μαύρος, σε Ομήρ. Ιλ.· πρβλ. ἠΰτε.
V. μέλαν, τό, βλ. αυτ.

Russian (Dvoretsky)

μέλᾱς: μέλαινα, μέλᾰν, gen. μέλᾰνος, μελαίνης, μέλᾰνος
1) черный (ναῦς, γαῖα Hom.; πέπλοι Eur.; καπνός Aesch.); темный (νύξ Aesch.; κῦμα Hom.; αἷμα Soph.); темно-красный (οἶνος Hom.);
2) окутывающий тьмой (ἄχεος νεφέλη, νέφος θανάτοιο, θάνατος Hom.);
3) мрачный, жестокий (Ἄρης, Ἐρινύς Aesch.; φόνος Pind.);
4) зловещий, несчастный (ὄναρ Aesch.; ἡμέραι Plut.);
5) глухой, тусклый (φωνή Arst.);
6) загадочный, темный (ἱστορίη Anth.);
7) бессовестный, гнусный (ἄνθρωποι Plut.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: dark-coloured, black (Il.); μελάν-τερος (Il.), -τατος (IA.), late μελανώτερος Str.), μελαινοτάτη (Epigr. Gr., AP; Leumann Mus. Helv. 2,9f. = Kl.Schr. 223f.).
Other forms: (Aeol. -αις), -αινα, -αν.
Compounds: Very often as 1. member, e.g. μελάγ-χροος (pl. -ες), -χροιής, -χρής, -χρως- μελανό-χροος etc. with dark skin (see Sommer Nominalkomp. 21ff.; also Treu Von Homer zur Lyrik 52 a. 80); μελαγ-χιμος dark, black (A., E., X.), with faded 2. member, cp. δύσ-χιμος and Sommer 71ff.; μελάνδετος prob. dark-striped or with dark bands (O713, A., E.; Trümpy Fachausdrücke 62, Risch 189); μελάν-δρυ-ος of black wood (δόρυ) (A. Fr. 251), n. heart-wood, marrow (Thphr., Strömberg Theophrastea 128), pl. piece of tunny, with which μελάν-δρυς m. tunny (Pamphil.; Strömberg Fischnamen 128); μελάμ-πυρον n. (-ος m.) ball-mustard, Neslia paniculata (Thphr., Gal.); with the form. cf. διόσπυρον (s.v.), on the meaning Carnoy REGr. 71, 96; μελαγ-κάλαμον n. dvandva ink and pen (pap. Vp, Maas Glotta 35, 299f.). Often in PN, with as shortnames e.g. Μελαινεύς, Μελανεύς, Μελανθεύς, Μέλανθος (Boßhardt 95, 101, 154, Schwyzer 263).
Derivatives: 1. μελαιν-άς f. name of a dark-coloured fish (Cratin. [?]; Strömberg Fischnamen 22); -ίς f. name of a sea-shell (Sophr., Herod., Xenokr.), also name of Aphrodite in Corinth (Ath.). 2. μελάν-ιον n. ink (pap., Edict. Diocl.; from μέλαν, Georgacas Glotta 36, 169). 3. μελαν-ία f. blackness, black shadow, black colour (X., Arist.), -ότης f. blackness (Arist.: λευκότης). 4. μελανός = μέλας (Sp.), -όν n. black pigment (Sammelb. IVp); after κελαινός, ὀρφνός etc.; μελαιναῖος id. (Orac. Sib.; after κνεφαῖος a.o.; Chantraine Form. 47); μελανώδης blackish (EM). -- Denominative verbs: 1. μελαίνομαι, become, make dark, black (Il.); from this μέλανσις f. blackening (Arist.), μέλασ-μα n. black spot, black paint (Hp.), -μός m. blackening, black spot (Hp., Plu.), μελαντηρ-ία f. black pigment, blackness (IG 22, 1672, Arist.), -ιον stain (sch.). 2. μελάνω become (make?) black (H 64; Schwyzer 700, Shipp Studies 37). 3. μελανέω intr. id. (Thphr., A. R., Call.)
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [720] *mel(h₂)- black
Etymology: To μέλας < *μέλαν-ς, μέλαινα (< -αν- ι̯α), μέλαν is τάλας, τάλαινα, τάλαν a parallel, where it must be noted that τάλας seems to be an orig. ντ-stem. --The identification of μέλαινα with Skt. f. malinī (supp. IE *melh₂n-i̯ǝ), to which a consonantic m. μελαν- was innovated for an older *μέλανος = Skt. malina-'dirty' (Schwyzer IF 30, 446ff. after Brugmann Grundr. 2: 1, 256 n. 1), fails because malinī is known only as a gloss and in the sense of menstruating woman; masc. malina- is further an ep.-class. deriv. from Ved. mála- n. dirt; s. Sommer Nominalkomp. 25, Wackernagel-Debrunner II: 2, 351 f. Of the many words cited under the words mel- indicating colour in WP. 2, 293 f., Pok. 720 f. only a few Baltic formations with n-suffix are interesting, Latv. męl̃ns black (see Fraenkel Gnomon 22, 237), OPr. melne blue spot, mīlinan acc. f. spot (further Fraenkel Wb. s. mė́las 2). -- Further s. μολύνω, also μελίνη and μώλωψ.

Middle Liddell

[cf. τάλας, the only word like it in form
I. black, swart, Hom., etc.; μέλαν ὕδωρ of water drawn from a deep well (cf. μελάνυδροσ), Od.
II. black, dark, murky, ἕσπερος, νύξ Hom., etc.
III. metaph. black, dark, θάνατος, Κήρ, the origin of the metaphor being seen in such phrases as μέλαν νέφος θανάτοιο, Hom.
2. dark, obscure, Anth.
IV. comp. μελάντερος, η, ον, blacker, very black, Il.; cf. ἠΰτε.
V. μέλαν, v. sub voc.

Frisk Etymology German

μέλας: {mélas}
Forms: (äol. -αις), -αινα, -αν; μελάντερος (seit Il.), -τατος (ion. att.), spät μελανώτερος Str.), μελαινοτάτη (Epigr. Gr., AP; Leumann Mus. Helv. 2,9f. = KI.Schr. 223f.).
Meaning: dunkelfarbig, schwarz, finster (seit Il.)
Composita : Überaus oft als Vorderglied, z.B. μελάγχροος (pl. -ες), -χροιής, -χρής, -χρως- μελανόχροος usw. mit dunkler Haut (ausführlich Sommer Nominalkomp. 21ff. m. Lit.; auch Treu Von Homer zur Lyrik 52 u. 80); μελαγχιμος dunkel, schwarz (A., E., X.), mit verblaßtem Hinterglied, vgl. δύσχιμος und Sommer 71ff.; μελάνδετος etwa dunkelgestreift od. mit dunklen Streifen (O713, A., E.; Trümpy Fachausdrücke 62, Risch 189); μελάνδρυος ‘aus schwarzem Holz (δόρυ) bestehend, dunkelfarbig’ (A. Fr. 251 u. a.), n. Kernholz, Mark (Thphr., Strömberg Theophrastea 128), pl. Stücke aus Thunfisch, wozu μελάνδρυς m. Art Thunfisch (Pamphil. u.a.; Strömberg Fischnamen 128); μελάμπυρον n. (-ος m.) Finkensame, Neslia paniculata (Thphr., Gal.); zur Form. vgl. διόσπυρον (s.d.), zur Bed. Carnoy REGr. 71, 96; μελαγκάλαμον n. Dvandva Tinte und Feder (Pap. Vp, Maas Glotta 35, 299f.). Häufig in PN, wozu als Kurznamen z.B. Μελαινεύς, Μελανεύς, Μελανθεύς, Μέλανθος (Boßhardt 95, 101, 154, Schwyzer 263).
Derivative: Ableitungen: 1. μελαινάς f. N. eines dunkelfarbigen Fisches (Kratin. [?]; Strömberg Fischnamen 22); -ίς f. N. einer Meermuschel (Sophr., Herod., Xenokr.), auch Ben. der Aphrodite in Korinth (Ath.). 2. μελάνιον n. Tinte (Pap., Edict. Diocl.; von μέλαν, Georgacas Glotta 36, 169). 3. μελανία f. Schwärze, schwarzer Schatten, schwarze Farbe (X., Arist. usw.), -ότης f. Schwärze (Arist.: λευκότης). 4. μελανός = μέλας (Sp.), -όν n. schwarzes Pigment (Sammelb. IVp); nach κελαινός, ὀρφνός usw.; μελαιναῖος ib. (Orac. Sib.; nach κνεφαῖος u.a.; Chantraine Form. 47); μελανώδης schwärzlich (EM). — Denominative Verba: 1. μελαίνομαι, -ω dunkeln, schwarz werden, machen (seit Il.); davon μέλανσις f. das Schwärzen (Arist. u. a.), μέλασμα n. schwarzer Fleck, schwarzes Färbungsmittel (Hp. u. a.), -μός m. das Schwärzen, schwarzer Fleck (Hp., Plu. u. a.), μελαντηρία f. schwarzes Pigment, Schwärze (IG 22, 1672, Arist. usw.), -ιον Fleck, Makel (Sch.). 2. μελάνω ‘schwarz werden (machen?)’ (H64; Schwyzer 700, Shipp Studies 37). 3. μελανέω intr. ib. (Thphr., A. R., Kall. u. a.).
Etymology : Zu μέλας aus *μέλανς, μέλαινα (< -αν- ι̯α), μέλαν bietet τάλας, τάλαινα, τάλαν ein Gegenstück, wobei indessen zu beachten ist, daß τάλας ein urspr. ντ-Stamm zu sein scheint. —Die Gleichsetzung von μέλαινα mit aind. f. malinī (angebl. idg. *melən-i̯ə), wozu ein konsonantisches m. μελαν- neugebildet worden wäre für ein älteres *μέλανος = aind. malina-’schmutzig’ (Schwyzer IF 30, 446ff. nach Brugmann Grundr. 2: 1, 256 A. 1), scheitert daran, daß malinī nur lexikalisch und zwar im Sinn von menstruierende Frau belegt ist; mask. malina- ist überdies eine ep.-klass. Ableitung von ved. mála- n. Schmutz; s. Sommer Nominalkomp. 25 m. Lit., Wackernagel-Debrunner II: 2, 351 f. Von den zahlreichen unter dem farbbezeichnenden mel- angeführten Wörtern bei WP. 2, 293 f., Pok. 720 f. interessieren eigentlich nur einige baltische Bildungen mit n-Suffix, lett. męl̃ns schwarz (dazu Fraenkel Gnomon 22, 237), apreuß. melne blauer Fleck, mīlinan Akk. f. Fleck (näheres bei Fraenkel Wb. s. mė́las 2). — Weiteres s. μολύνω, auch μελίνη und μώλωψ.
Page 2,198-199

Chinese

原文音譯:mšlaj 姆拉士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:黑 相當於: (שָׁחֹר‎)
字義溯源:黑*,暗
同源字:1) (μέλας)墨水 2) (μέλας)黑
出現次數:總共(3);太(1);啓(2)
譯字彙編
1) 黑(2) 太5:36; 啓6:5;
2) 黑的(1) 啓6:12
原文音譯:mšlan 姆嵐
詞類次數:名詞(3)
原文字根:黑
字義溯源:墨水,墨,用墨;源自(μέλας)*=黑)
出現次數:總共(3);林後(1);約貳(1);約叄(1)
譯字彙編
1) 墨(2) 約貳1:12; 約叄1:13;
2) 用墨(1) 林後3:3