δυσμετάκλαστος
From LSJ
Ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν, ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ' ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. → Death is nothing to us, since when we are, death has not come, and when death has come, we are not.
English (LSJ)
δυσμετάκλαστον, hard to break or move, Sch.S.OT 12.
Spanish (DGE)
-ον
inquebrantable, inconmovible glos. a δυσάλγητος Sch.S.OT 12P.
German (Pape)
[Seite 684] schwer zu rühren, Schol. Soph. O. R. 12.
Greek (Liddell-Scott)
δυσμετάκλαστος: -ον, σκληροκάρδιος, Σχόλ. Σοφ. Ο. Τ. 12.