Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκληροκάρδιος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σκληροκάρδιος Medium diacritics: σκληροκάρδιος Low diacritics: σκληροκάρδιος Capitals: ΣΚΛΗΡΟΚΑΡΔΙΟΣ
Transliteration A: sklērokárdios Transliteration B: sklērokardios Transliteration C: sklirokardios Beta Code: sklhroka/rdios

English (LSJ)

ον, A hard-hearted, stubborn, LXX Pr.17.20, Ez.3.7.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 900] hartherzig, hartes Sinnes, K. S.

Greek (Liddell-Scott)

σκληροκάρδιος: -ον, ὁ σκληρὸς τὴν καρδίαν, ἰσχυρογνώμων, ἄσπλαγχνος, Ἑβδ. (Παροιμ. ΙΖ΄, 20, Ἰεζεκ. Γ΄, 7).

Greek Monolingual

-α, -ο / σκληροκάρδιος, -ον, ΝΑ
αυτός που έχει σκληρή καρδιά, σκληρόκαρδος, σκληρόψυχος, ανάλγητος, άσπλαχνος («ὁ δὲ σκληροκάρδιος οὐ συναντᾷ ἀγαθοῑς», ΠΔ)
αρχ.
πεισματάρης, ισχυρογνώμονας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σκληρός + καρδία + κατάλ. -ιος].