κρᾶ
From LSJ
Aeschylus, fr. 317
English (LSJ)
shortd. jestingly for κράνος (as δῶ for δῶμα), AP6.85 (Pall.).
German (Pape)
[Seite 1498] = κράνος, Pallad. 92 (VI, 85), zum Scherz gebildet.
Greek (Liddell-Scott)
κρᾶ: συντετμημένον παιγνιωδῶς ἀντὶ κράνος (ὡς δῶ ἀντὶ δῶμα), Ἀνθ. Π. 6. 85.