ἐμπερίβολος

Revision as of 12:00, 21 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (big3_14)

English (LSJ)

ον, (περιβολή)

   A ornate, expanded, Aristid.Rh.2 P.533 S.; λόγος Hermog.Id.1.11; προοίμια Men.Rh.p.400S.

German (Pape)

[Seite 812] (mit einem Umwurf), mit Schmuck angethan; bes. λόγος, vom prunkhaften Styl, Rhetor.

Greek (Liddell-Scott)

ἐμπερίβολος: -ον, ὁ, ἐπὶ λόγου, περικεκοσμημένος διὰ πολλῶν λέξεων καὶ φράσεων, ἐγκατάσκευος, ἐνδιάσκευος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀπερίβλητος καὶ καθαρός, Ἑρμογ. Ρητ. 262. 9, Δράκ. 140. 20. - Ἐπίρρ. ἐμπεριβόλως Ἄννα Κομν. σ. 145D.

Spanish (DGE)

-ον
1 ret., del estilo del discurso ampuloso, recargado λόγος Hermog.Id.1.11 (p.281), cf. Aristid.Rh.2.63, προοίμια Men.Rh.400
gener. adornado χωρίον Eust.1038.32.
2 adv. -ως ret. de forma desarrollada, recargada ὡς ἀνέστρεψεν ἐ. τὴν διήγησιν Eust.823.45.