Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άδενδρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και άδεντρος, -η, -ο (Α ἄδενδρος, -ον) δένδρο
1. (για τόπο) αυτός που δεν έχει δέντρα
2. (για πρόσωπα) αυτός που δεν έχει ιδιόκτητα δένδρα
3. μτφ. αυτός που δεν έχει παιδιά, απογόνους
4. (για χωράφια) ο μη κατάλληλος για δενδροφύτευση.