Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άδενδρος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

και άδεντρος, -η, -ο (Α ἄδενδρος, -ον) δένδρο
1. (για τόπο) αυτός που δεν έχει δέντρα
2. (για πρόσωπα) αυτός που δεν έχει ιδιόκτητα δένδρα
3. μτφ. αυτός που δεν έχει παιδιά, απογόνους
4. (για χωράφια) ο μη κατάλληλος για δενδροφύτευση.