Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άρωμα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(I)
το (AM ἄρωμα)
νεοελλ.
η ωραία μυρωδιά, η μοσχοβολιά
αρχ.
1. ευωδιαστό βότανο ή οπώρα
2. τα καλλιεργούμενα μυρωδικά, τα μπαχαρικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας.
ΠΑΡ. αρχ.-νεοελλ. αρωματίζω, αρωματικός, αρωματώδης
αρχ.-νεοελλ. αρωματοπώλης, αρωματοφόρος
μσν.
αρωματοπράτης
νεοελλ.
αρωματοποιός].
(II)
ἄρωμα, το (Α) αρώ
ο αγρός, το χωράφι.