Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ίσαλος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-ο
1. αυτός που βρίσκεται στην ίδια οριζόντια γραμμή με την επιφάνεια της θάλασσας
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ίσαλα
τα μέρη του πλοίου που βρίσκονται στην ίδια οριζόντις γραμμή με την επιφάνεια της θάλασσας
3. φρ. «ίσαλος γραμμή» — η γραμμή κατά μήκος της οποίας η επιφάνεια της θάλασσας εφάπτεται με το σκάφος πλωτού μέσου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -αλος (< ἅλς, ἁλός «θάλασσα»), πρβλ. αγχί-αλος, αναξί-αλος].