Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αήθης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ες (Α ἀήθης)
ασυνήθιστος, ιδιόρρυθμος, παράξενος
νεοελλ.
ανάρμοστος, απρεπής
αρχ.
1. αυτός που δεν είναι συνηθισμένος σε κάτι, εξοικειωμένος με κάτι
2. (για έργα, συγγράμματα κ.λπ.) αυτός που δεν εχει ήθος ή χαρακτήρα
3. επίρρ. ἀήθως
απροσδόκητα, ξαφνικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + ἦθος.
ΠΑΡ. αρχ. ἀήθεια, ἀηθέσσω, ἀηθέω, ἀηθίζομαι.