Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παράξενος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: παράξενος Medium diacritics: παράξενος Low diacritics: παράξενος Capitals: ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ
Transliteration A: paráxenos Transliteration B: paraxenos Transliteration C: paraksenos Beta Code: para/cenos

English (LSJ)

ον,

   A half-foreign, counterfeit, παράσημα καὶ π. Ar.Ach. 518 (where it includes a charge of ξενία), cf. Them. Or.21.255d.    II strange, extraordinary, Anon. inEN419.24.

German (Pape)

[Seite 492] falscher, verstellter Gastfreund oder Fremder, unrechtmäßig als Fremder eingedrungen, Ar. Ach. 491, ἀνδράρια παρακεκομμένα, ἄτιμα καὶ παράσημα καὶ παράξενα, u. einzeln bei Sp., wie Themist. Bei Palaeph. 52, 2 = simplex.

Greek (Liddell-Scott)

παράξενος: -ον, ὁ ἡμίξενος, μὴ ἀληθινὸς πολίτης, κίβδηλος, (ἔνθα περιλαμβάνει καὶ κατηγορίαν τινὰ ξενίας), Θεμίστ. 255D.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 à demi étranger;
2 étrange, extraordinaire.
Étymologie: παρά, ξένος.

Greek Monolingual

-η, -ο / παράξενος, -ον, ΝΜΑ
αυτός που προκαλεί έκπληξη ή απορία, ασυνήθιστος, αλλόκοτος, παράδοξος («τα λόγια του είναι πολύ παράξενα»)
νεοελλ.
1. (για πρόσ.) αυτός που έχει ακατανόητη συμπεριφορά, ιδιότροπος, δύστροπος
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα παράξενα
παράλογα και αφύσικα πράγματα («δεν τά μπορώ τα παράξενα»)
3. φρ. «παράξενοι βράχοι»
(γεωμορφ.) ογκόλιθοι που ισορροπούν πάνω σε άλλον, επιμήκη ογκόλιθο ή σε μια ασταθή θέση
αρχ.
κίβδηλος, ψεύτικος.
επίρρ...
παράξενα
με παράξενο, με ιδιόρρυθμο τρόπο.

Greek Monotonic

παράξενος: -ον, μισός με ξένη καταγωγή, απατεώνας, ψεύτικος, απατηλός, σε Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρά-ξενος -ον half vreemd.

Russian (Dvoretsky)

παράξενος: получужеземный Arph.

Middle Liddell

παρά-ξενος, ον,
half-foreign, counterfeit, Ar.