Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αίτιο

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το (Α αἴτιον)
η αιτία, ο βαθύτερος λόγος, σε αντίθεση προς την αφορμή ή το τυχαίο γεγονός
νεοελλ.
1. είδος εξανθήματος, έρπητας
2. (ως όρος του Συντακτικού) ποιητικό αίτιο, τελικό αίτιο, αναγκαστικό αίτιο
3. «αίτια του εγκλήματος» — τα ελατήρια του εγκλήματος
μσν.
σφάλμα, φταίξιμο.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Ουσιαστικοποιημένη μορφή του ουδετέρου του επιθ. αἴτιος. Βλ. και αίτιος, αιτιατός].