Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγγαρεία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἀγγαρεία) (Ν και αγγάρεια και αγγαρειά) ἀγγαρεύω
υπηρεσία, εργασία που γίνεται αναγκαστικά και χωρίς αμοιβή
νεοελλ.
1. κάθε κοπιαστική δουλειά ή δυσάρεστη υποχρέωση
2. τα άτομα που εκτελούν αγγαρεία
3. (ως επίρρ.) αγγαρευτικά, καταναγκαστικά
μσν.
φορολογία
αρχ.
άγγελμα, είδηση.