Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγγαρεία

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η (Α ἀγγαρεία) (Ν και αγγάρεια και αγγαρειά) ἀγγαρεύω
υπηρεσία, εργασία που γίνεται αναγκαστικά και χωρίς αμοιβή
νεοελλ.
1. κάθε κοπιαστική δουλειά ή δυσάρεστη υποχρέωση
2. τα άτομα που εκτελούν αγγαρεία
3. (ως επίρρ.) αγγαρευτικά, καταναγκαστικά
μσν.
φορολογία
αρχ.
άγγελμα, είδηση.