αγγελιοδότης

From LSJ

ξυνῆλθεν ἀτταγᾶς τε καὶ νουμήνιος → birds of a feather flock together, the francolin and the new-moon bird get together

Source

Greek Monolingual

ο
αυτός που δίνει αγγελία ή διαφήμιση στα μέσα ενημερώσεως.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αγγελία + δότης.