Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αειθαλής

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

-ες (Α ἀειθαλής)
1. (για φυτά) αυτός που θάλλει συνεχώς, που διατηρεί το φύλλωμά του σε όλες τις εποχές του έτους
2. (για πρόσωπα) ο πάντα θαλερός, ακμαίος, σφριγηλός
αρχ.
1. άφθαρτος, ακατάλυτος, αιώνιος
2. (το ουδ. ως ουσ. στη φρ.) «τὸ ἀειθαλὲς τῶν φύλλων», η διαρκής χλωρότητα τών φύλλων, η συνεχής διατήρησή τους στα δέντρα.