Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμανάτι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και αμανέτι, το
1. ενέχυρο, υποθήκη, παρακαταθήκη
2. πρόσωπο που εμπιστεύεται κανείς στη φροντίδα και επιμέλεια άλλου
3. (και μτφ. στη φράση) «έμεινα αμανάτι».
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. emanet «κατάθεση, παρακαταθήκη».
ΠΑΡ. νεοελλ. αμανατιτζής].