Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμμώδης

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-ες (Α ἀμμώδης)
1. ο γεμάτος άμμο
2. αυτός που περιέχει άμμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄμμος + παραγ. κατάλ. -ώδης].