Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάρτηση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (Α ἀνάρτησις) αναρτώ
το να αναρτήσει, να στερεώσει ή να κρεμάσει κάποιος ψηλά κάτι
αρχ.
1. το κρέμασμα ως μέθοδος βασανισμού
2. η σταύρωση.