Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανέξοδος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀνέξοδος, -ον)
νεοελλ.
1. αυτός που δεν ξοδεύει πολλά, φειδωλός
2. αυτός που δεν στοιχίζει τίποτε, που είναι δωρεάν
αρχ.
1. εκείνος που δεν έχει έξοδο, εκείνος από όπου δεν είναι δυνατόν να βγει κανείς, αδιάβατος
2. (για ημέρα) ακατάλληλος, μη ευνοϊκός
3. (για πρόσωπα ή καταστάσεις) ακοινώνητος, μοναχικός, περιορισμένος
4. μάταιος, χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. ανέξοδος < αν- στερ. + έξοδος, ενώ το νεοελλ. ανέξοδος < αν- στερ. + έξοδο(ν). Η λ. με τη νεοελληνική της σημασία μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό του Νικόλαου Κοντόπουλου].