Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανέχεια

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η
έλλειψη, στέρηση των αναγκαίων προς το ζην, οικονομική δυσχέρεια, φτώχεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. αν- στερ. + έχω, κατά το φτώχεια. Η λ. μαρτυρείται από το 1824 στον πολιτικό Αλ. Μαυροκορδάτο].