Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αναφορά

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἀναφορά)
σχέση, συσχέτιση, αναγωγή
νεοελλ.
γραπτή ή προφορική έκθεση που υποβάλλεται από κατώτερο προς ανώτερο ή από πολίτη προς τις αρχές
αρχ.
1. καταφυγή σε καιρό δυσκολίας
2. μέσο για επανόρθωση ή εξιλασμό
3. αναθυμίαση.