Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανικανότητα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (Μ ἀνικανότης)
αδεξιότητα, ανεπάρκεια, έλλειψη ικανότητας για κάτι
νεοελλ.
1. η ακαταλληλότητα ενός ανθρώπου για στρατιωτική ή δημόσια υπηρεσία εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής αδυναμίας
2. η σεξουαλική ανικανότητα.