Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανικανότητα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η (Μ ἀνικανότης)
αδεξιότητα, ανεπάρκεια, έλλειψη ικανότητας για κάτι
νεοελλ.
1. η ακαταλληλότητα ενός ανθρώπου για στρατιωτική ή δημόσια υπηρεσία εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής αδυναμίας
2. η σεξουαλική ανικανότητα.