Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντιπρόσωπος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

ο (AM ἀντιπρόσωπος)
νεοελλ.
1. αυτός που παρίσταται ή ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλου
2. «αντιπρόσωπος διπλωματικός» — το όργανο το εντεταλμένο με τη διπλωματική εκπροσώπηση του κράτους του στο εξωτερικό
3. «αντιπρόσωπος εμπορικός» — αυτός που αγοράζει ή πωλεί προϊόντα εμπορικά ή βιομηχανικά οίκων ημεδαπών ή αλλοδαπών, μετά από εντολή και για λογαριασμό τρίτων
αρχ.-μσν.
1. αυτός που αντικρίζει κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο
2. ο αντίπαλος, ο αντιμέτωπος
3. αυτός που βρίσκεται ή γίνεται μπροστά στα μάτια κάποιου
4. το υποκατάστατο.