Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποβίβαση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η
η έξοδος ή η εκφόρτωση από το πλοίο στην προκυμαία ή από άλλο συγκοινωνιακό μέσο σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αποβιβάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Εστία].