Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποθηκεύω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

κ. αποθηκιάζω
διατηρώ κάτι σε αποθήκη, το διαφυλάσσω για μελλοντική χρήση ή για περίπτωση ανάγκης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αποθήκη. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρηγ. Χαντσερή].