Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατηρώ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

(AM διατηρῶ, -έω) τηρώ
1. διαφυλάσσω, συντηρώ
2. (για πρόσωπα) φυλάσσω σώο, διασώζω
3. κατέχω, φυλάσσω για πολύ χρόνο
νεοελλ.
1. συντηρώ με χρήματα μου, διατρέφω
2. διασώζω από τη φθορά, κρατώ αμετάβλητο
3. (για τρόφιμα) προφυλάσσω από την αποσύνθεση
4. μέσ. επιζώ, εξακολουθώ να υπάρχω, διατηρούμαι στη ζωή
μσν.
1. φροντίζω, περιποιούμαι
αρχ.
1. παρατηρώ, προσέχω
2. προφυλάσσω.