Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατηρώ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(AM διατηρῶ, -έω) τηρώ
1. διαφυλάσσω, συντηρώ
2. (για πρόσωπα) φυλάσσω σώο, διασώζω
3. κατέχω, φυλάσσω για πολύ χρόνο
νεοελλ.
1. συντηρώ με χρήματα μου, διατρέφω
2. διασώζω από τη φθορά, κρατώ αμετάβλητο
3. (για τρόφιμα) προφυλάσσω από την αποσύνθεση
4. μέσ. επιζώ, εξακολουθώ να υπάρχω, διατηρούμαι στη ζωή
μσν.
1. φροντίζω, περιποιούμαι
αρχ.
1. παρατηρώ, προσέχω
2. προφυλάσσω.