Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατηρώ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

(AM διατηρῶ, -έω) τηρώ
1. διαφυλάσσω, συντηρώ
2. (για πρόσωπα) φυλάσσω σώο, διασώζω
3. κατέχω, φυλάσσω για πολύ χρόνο
νεοελλ.
1. συντηρώ με χρήματα μου, διατρέφω
2. διασώζω από τη φθορά, κρατώ αμετάβλητο
3. (για τρόφιμα) προφυλάσσω από την αποσύνθεση
4. μέσ. επιζώ, εξακολουθώ να υπάρχω, διατηρούμαι στη ζωή
μσν.
1. φροντίζω, περιποιούμαι
αρχ.
1. παρατηρώ, προσέχω
2. προφυλάσσω.