Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποφεύγω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM ἀποφεύγω)
1. κρατιέμαι μακριά από κάποιον ή κάτι
2. αρνούμαι να κάνω κάτι
3. διαφεύγω, διασώζομαι
αρχ.
1. απαλλάσσομαι, αθωώνομαι
2. (για γυναίκες) γεννώ.