Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόρριψη

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (Α ἀπόρριψις) απορρίπτω
νεοελλ.
1. άρνηση, αποδοκιμασία
2. (για μαθητές) η μη προαγωγή σε ανώτερη τάξη ή η μη εισαγωγή σε σχολείο ή σχολή
αρχ.
φρ. «ἀπόρριψις ἱματίων» — το να βγάζει κανείς τα ρούχα του.