Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Τύχη

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
la Fortune, déesse du bonheur.
Étymologie: τύχη.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
μυθ. θεά-προσωποποίηση της σύμπτωσης και της ευτυχούς συγκυρίας, που αναφέρεται ως θυγατέρα του Ωκεανού ή του Νηρέως ή του Ελευθερίου Διός ή του Προμηθέως ή του Ευβουλέως και είχε ως σύμβολο το κέρας της Αμάλθειας και τον μικρό Πλούτο, ενώ αργότερα θεωρήθηκε ως μεσολαβητής μεταξύ θεών και ανθρώπων, ως αγαθός ενδιάμεσος δαίμων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. τύχη.

Russian (Dvoretsky)

Τύχη: дор. Τύχα ἡ Тиха
1) богиня случая, судьбы и счастья Pind., HH, Hes., Plut.;
2) один из пяти кварталов Сиракуз, с храмом богини Тихи Plut.