Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αργά

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

(Μ ἀργά) επίρρ. [[[αργός]] II]
1. σιγά, χωρίς βιασύνη
2. άκαιρα, παράκαιρα
3. το βραδάκι
4. μετά το πέρασμα μιας ορισμένης ώρας
5. σε προχωρημένη βραδινή ώρα
6. ως ουσ. το βράδι
7. φρ. α) «αργά ή γρήγορα» — κάποτε στο μέλλον αλλά εξάπαντος
β) «κάλλιο αργά παρά ποτέ» — είναι προτιμότερο να κάνει κάποιος το καλό παράκαιρα από το να μην το κάνει καθόλου.