Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάποτε

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

κάποτε και ὁκάποτε και ὁκάποτες)
(χρον. επίρρ.)
1. ορισμένη στιγμή στο παρελθόν, κάποια φορά, μια φοράκάποτε πρέπει να είχαμε συναντηθεί»)
2. (συν. διπλασιαζόμενο) καμιά φορά, πότε πότεκάποτε κάποτε περνάει από εδώ»)
νεοελλ.
1. (διαζευκτικά) άλλοτε... άλλοτεκάποτε γελά, κάποτε κλαίει»)
2. στο μέλλον, αργά ή γρήγορα («θα μετανιώσεις κάποτε μα θά 'ναι αργά»)
3. φρ. «ο κάποτε...» — ο πρώην
μσν.
φρ. α) «ἂν τύχη κάποτε» — ίσως στο μέλλον
β) «εἰς καιρὸν ὁκάποτε ὅταν» — όταν στο μέλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φρ. κἄν ποτέ. (Για τον τ. ὁκάποτε βλ. λ. κάποιος)].