Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχαιότητα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (Α ἀρχαιότης, [-ότητος]) αρχαίος
νεοελλ.
1. οι αρχαίοι χρόνοι και κυρίως οι κλασικοί
2. η προτεραιότητα σε διορισμό ή προαγωγή υπαλλήλων
3. πληθ. τα μνημεία της τέχνης του αρχαίου πολιτισμού
αρχ.
1. ο αρχαιοπρεπής τρόπος ή χαρακτήρας
2. η απλοϊκότητα, η ανοησία.