Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχιερέας

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

ο (AM ἀρχιερεύς)
μσν.- νεοελλ.
ανώτατος κληρικός (επίσκοπος, μητροπολίτης, αρχιεπίσκοπος, πατριάρχης)
αρχ.
1. ο ανώτατος ιερέας των Ιουδαίων
2. (στην αρχαία Ρώμη) α) ο προκαθήμενος των αρχιερέων
β) «ἀρχιερεὺς μέγιστος» (Pontifex maximus)
ο αυτοκράτορας.