Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχιερέας

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

ο (AM ἀρχιερεύς)
μσν.- νεοελλ.
ανώτατος κληρικός (επίσκοπος, μητροπολίτης, αρχιεπίσκοπος, πατριάρχης)
αρχ.
1. ο ανώτατος ιερέας των Ιουδαίων
2. (στην αρχαία Ρώμη) α) ο προκαθήμενος των αρχιερέων
β) «ἀρχιερεὺς μέγιστος» (Pontifex maximus)
ο αυτοκράτορας.