Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχοντοχωριάτης

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο (θηλ. -ισσα, η)
1. ο χωριάτης άρχοντας, ο πλούσιος χωρικός
2. αυτός που προσπαθεί να φαίνεται άρχοντας αλλά δεν μπορεί να κρύψει την ταπεινή καταγωγή του.