Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταγωγή

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κατᾰγωγή Medium diacritics: καταγωγή Low diacritics: καταγωγή Capitals: ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Transliteration A: katagōgḗ Transliteration B: katagōgē Transliteration C: katagogi Beta Code: katagwgh/

English (LSJ)

ἡ,

   A bringing down from the high sea, landing, Th.6.42 (pl.); ποιεῖσθαι τὴν κ. Str.8.3.26.    2 bringing down a river, PMagd.11.10 (iii B. C.), PCair.Zen.518 (iii B. C.), etc.    3 bringing down from a height, ὑδάτων J.BJ2.9.4.    4 concrete, halting-place, inn, like καταγώγιον, Hdt.1.181,al.; place of rest, καλὴ ἡ κ. Pl.Phdr.230b; lodging, residence, IGRom.4.1209 (Thyatira); τῶν ἀρχόντων Lib.Or.51.4; shelter for cattle, PFlor.103.12 (iv A. D.).    5 metaph., κ. τοῦ γένους genealogy, pedigree, Plu.2.843e.    II bringing back from banishment, restoration, Plb.32.12.1, D.S.5.4.    2 winding up of a torsionengine, Ph.Bel.58.8 (pl.), HeroBel.84.1; stringing of a stomachbow, ib.79.2.    3 Medic., couching for cataract, Paul.Aeg.6.21.    III anything reaching downwards, of the nose, Thom.Mag. p.323R.

German (Pape)

[Seite 1344] ἡ, 1) das Herabführen, bes. der Schiffe in den Hafen, Anlanden, Einlaufen, Thuc. 6, 42 u. Sp.; – der Hafen selbst, Poll. 1, 99, wie Hdn. 4, 2; das Hinableiten, ὕδατος Ios.; – γένους, Herleiten des Geschlechts, Plut. X oratt. Lycurg. E. – 2) das Zurückführen, z. B. des Götterbildes in den Tempel, D. Sic. 5, 4; des Verbannten in die Heimath, ἡ ἐπὶ τὴν βασιλείαν, das Wiedereinsetzen, Pol. 32, 25, 8. – 3) aus der ersten Bdtg folgt die allgemeinere, die Herberge, Station, Her. 5, 52. 6, 35; καλή γε ἡ καταγωγή Plat. Phaedr. 230 b. – Aufenthaltsort, Platz, Luc. Tox. 57; Sitz, de merc. cond. 32; Her. vrbdt καταγωγὴ καὶ θῶκοι ἀμπαυστήριοι, 1, 181.

Greek (Liddell-Scott)

κατᾰγωγή: ἡ, ἡ ἐκ τοῦ πελάγους εἰς τὴν ξηρὰν προσέγγισις, προσόρμισις, ἵνα μὴ ἀπορῶσιν ὕδατος καὶ λιμένων καὶ τῶν ἐπιτηδείων ἐν ταῖς καταγωγαῖς Θουκ. 6. 42. - Κατὰ Πολυδ. Α´, 99: «χωρία ἐπιθαλαττίδια, οἷς ἐστι προσχεῖν... λιμὴν ἢ καταγωγή». β) καθόλου, τόπος εἰς ὃν καταλύουσιν οἱ ὁδοιποροῦντες, κατάλυμα, πανδοκεῖον, σταθμός, Λατ. statio, ὡς τὸ καταγώγιον, Ἡρόδ. 1. 181., 5. 52., 6. 35, Πλάτ. Φαῖδρ. 230Β, κτλ. 2) τὸ καταβιβάζειν τι ἐκ μέρους ὑψηλοῦ, εἰς καταγωγὴν ὑδάτων ἐξαναλίσκων Ἰωσήπου Ἰουδ. Πόλ. 2. 9, 4· μεταφ., κ. τοῦ γένους, γενεαλογία, Πλούτ. 2. 843Ε. ΙΙ. τὸ ἐπαναφέρειν τινὰ ἐκ τῆς ἐξορίας, ἀνάκλησις, Πολύβ. 32. 23, 8, Διόδ. 5. 4. 2) τὸ ἕλκειν ἢ ἐντείνειν καταπέλτην, τὸ «τέντωμα» αὐτοῦ, Ἀρχ. Μαθημ. σ. 125. ΙΙΙ. πᾶν ὅ,τι ἐκτείνεται ἀπὸ σημείου τινὸς ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω, ἔστι δὲ ῥίς ἡ ἀπὸ τοῦ μεσοφρύου μέχρι τοῦ χείλους καταγωγὴ Θωμᾶς Μάγιστρ. σ. 784.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 t. de mar. action de faire aborder dans un port, de prendre terre;
2 lieu pour mettre pied à terre, lieu où l’on descend, station, hôtellerie ; en gén. lieu pour se reposer ; p. ext. siège;
3 fig. descendance généalogique.
Étymologie: κατάγω.

Greek Monolingual

η (AM καταγωγή) κατάγω
η οικογενειακή προέλευση ενός ατόμου, η γενιά (α. «ευτελής καταγωγή» β. «ἔστιν αὕτη ἡ καταγωγή τοῦ γένους τῶν ἱερασαμένων τοῦ Ποσειδῶνος ἐν πίνακι τελείῳ», Πλούτ.)
νεοελλ.
1. ο τόπος προέλευσης («δεν είναι ελληνικής καταγωγής»)
2. βιολ. η αρχική προέλευση ενός γένους, ζωικού ή φυτικού
μσν.
(για τη μύτη) το τμήμα που εκτείνεται από κάποιο σημείο προς τα κάτω («ἔστι δὲ ῥὶς ἡ ἀπὸ τοῦ μεσοφρύου μέχρι τοῦ χείλους καταγωγή», Θώμ. Μ.)
αρχ.
1. κατέβασμα, κατάβαση
2. προσέγγιση σε λιμάνι, άραγμα («κατὰ θάτερα μέρη τῆς νήσου ποιεῑται τὴν καταγωγήν», Στράβ.)
3. λιμάνι όπου καταπλέει κάποιο πλοίο
4. κατάλυμα, πανδοχείο
5. διαμονή («ἡμεῑς μὲν οὖν καταγωγήν τινα ἐπὶ τῷ λιμένι σκεψάμενοι», Λουκιαν.)
6. επάνοδος από εξορία
7. επαναφορά («τὴν Ἀριαράθου καταγωγήν ἐπὶ τὴν βασιλείαν», Πολ.)
8. τέντωμα
9. κοίτη καταρράκτη.

Greek Monotonic

κατᾰγωγή: ἡ, προσέγγιση της ξηράς από την ανοιχτή θάλασσα· προσόρμιση, ελλιμένιση, αγκυροβόληση, σε Θουκ.· γενικά, κατάλυμα, πανδοχείο, Λατ. statio, σε Ηρόδ., Πλάτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καταγωγή -ῆς, ἡ [κατάγω] landing:. ἐν ταῖς καταγωγαῖς bij de landing Thuc. 6.42.1. rustplaats:. ἐστι καταγωγή τε καὶ θῶκαι ἀμπαυστήριοι er is een rustplaats met rustbanken Hdt. 1.181.4; καλή γε ἡ καταγωγή de rustplaats is werkelijk heerlijk Plat. Phaedr. 230b.

Russian (Dvoretsky)

καταγωγή:
1) причаливание, заход (судна): ἐν ταῖς καταγωγαῖς Thuc. в местах захода;
2) пристанище; заезжий дом, гостиница: ἐπαγγέλλειν τινὶ καταγωγὴν καἴ ξείνια Her. предложить кому-л. приют и угощение;
3) привал, отдых (ἐν πανδοχείῳ Plut.): καλή γε ἡ κ. Plat. прекрасное место для отдыха;
4) выведение: κ. τοῦ γένους Plut. родословная;
5) возвращение, восстановление (ἐπὶ τὴν βασιλείαν Polyb.).

Middle Liddell

κατᾰγωγή, ἡ, [from κατάγω
a bringing down from the high sea: a landing, landing-place, Thuc.:—generally, a halting-place, inn, Lat. statio, Hdt., Plat.