Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασήμαντος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀσήμαντος, -ον)
νεοελλ.
ο ανάξιος λόγου, ο μηδαμινός
αρχ.
1. αυτός που δεν έχει αρχηγό, ο αφύλακτος
2. αυτός που δεν έχει διακριτικό σημάδι
3. ο σκοτεινός, ο ακατάληπτος
4. ο χωρίς σημασία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + σημαίνω < σήμα «σημείο, σημάδι»].