Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σημαίνω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: σημαίνω Medium diacritics: σημαίνω Low diacritics: σημαίνω Capitals: ΣΗΜΑΙΝΩ
Transliteration A: sēmaínō Transliteration B: sēmainō Transliteration C: simaino Beta Code: shmai/nw

English (LSJ)

Il.10.58, etc.; σᾱμαίνω, Schwyzer686.23 (Pamphylia): Ion. impf.

   A σημαίνεσκον Q.S.4.193: fut. σημᾰνῶ A.Ag.497, Th.6.20, Ion. -ᾰνέω Od.12.26, Hdt.1.75: aor. ἐσήμηνα ib.43, Th.5.71, Ep. σήμηνα Il.23.358; but in codd. of X. (HG1.1.2, al.) and later writers (Str.13.3.6, Act.Ap.25.27, Polyaen.1.41.3, Arr.An.1.6.2) ἐσήμᾱνα, and so in Mitteis Chr.29.8 (ii B.C.): pf. σεσήμαγκα Aristobul. ap. Eus. PE13.12, Arr.Epict.3.26.29:—Med., fut. σημᾰνοῦμαι, Ion. -έομαι Hp. Prog.3, etc.: aor. ἐσημηνάμην Il.7.175, etc.:—Pass., fut. σημανθήσομαι S.E.M.8.267, (ἐπι-) E.Ion 1593: fut. Med. in pass. sense, Hp. Int.44: aor. ἐσημάνθην D.47.16: pf. σεσήμασμαι Hdt.2.39, Lys.32.7, Pl.Lg.954a, etc.; 3sg. σεσήμανται Hdt.2.125, inf. σεσημάνθαι Ar. Lys.1196: (σῆμα):—show by a sign, indicate, point out, τέρματα Il.23.358; δείξω ὁδὸν ἠδὲ ἕκαστα σημανέω Od.12.26; τοῦτον σημήνας after indicating the person, Hdt.1.5; τέκμαρ A.Ch.667; θησαύρισμα S.Ph. 37; σ. τι περί τινος Pl.Lg.682a; σ. ὅ τι χρὴ ποιεῖν X.Ap.12; σ. εὔδια πάντα (sc. εἶναι) Theoc.22.22:—Med., πάντα σημαίνει you have all things shown you (?), Epigr.Gr.1039.11 (Limyra).    2 abs., give signs, φθόγγος, φῶς σ., A.Supp.245, Ag.293; ὁ λόγος σημαινέτω S.Tr.345; σ. καπνῷ make signal, A.Ag.497: freq. in E. in fut. with αὐτός, πλοῦς αὐτὸς σημανεῖ Hel.151; τὸ δ' ἔργον αὐτὸ σημανεῖ Andr.265; αὐτὸ σημανεῖ (without Subst.) Ph.623; τἄλλα δ' αὐτὸ σημανεῖ Ba. 976.    3 of the Delphic oracle, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει Heraclit.93; so of omens, X.Mem.1.1.2, etc.; σ. ἐν τοῖς ἱεροῖς Id.An.6.1.31; περί τινος Id.Mem.1.1.19; ἐπὶ τοῖς μέλλουσι γενήσεσθαι Th.2.8; πρὸ τῶν μελλόντων X.HG5.4.17:—Pass., σημαίνεσθαι διὰ τῶν ἐμπύρων Plu.2.222f, etc.    4 in later Prose intr., appear, be manifest, Arist.HA533a11 (but Pass. in same sense, ib.588b18); σ. ἐκ τῶν εἰρημένων Pl.Epin.989a; cf. δηλόω 11.    b σημαίνει impers., signs appear, Arist.Pr.941b2, 944a4.    II give a sign or signal to do a thing, or bid one do it, c. dat. pers. et inf., Hdt.1.116, 6.78, A.Ag.26, S.Aj.688, X.An.6.1.24; give orders to, bear command over, c. dat., πᾶσι δὲ σημαίνειν Il.1.289, cf. 10.58, 17.250; c. gen., στρατοῦ Il.14.85; also σ. ἐπὶ δμῳῇσι γυναιξίν Od.22.427: abs., give orders, ὁ δὲ σημαίνων ἐπέτελλεν Il.21.445, cf. Od.22.450: in part., σημαίνων,= σημάντωρ, S.OC704 codd.    2 in war or battle, give the signal of attack, etc., Th.2.84, etc.; in full, σ. τῇ σάλπιγγι And.1.45, X.An. 4.2.1, Achae.37.3; σ. τῷ κέρατι ὡς ἀναπαύεσθαι X.An.2.2.4: c. acc., σ. ἀναχώρησιν give a signal for retreat, Th.5.10; ἐπειδὰν ὁ σαλπιγκτὴς σημήνῃ τὸ πολεμικόν X.An.4.3.29, cf. 4.3.32; τὸ ἀνακλητικόν Plu.2.236e: c. inf., X.Cyr.1.4.18, etc.: impers. σημαίνει (sc. ὁ σαλπιγκτής), signal is given, as τοῖσι Ἕλλησι ὡς ἐσήμηνε when signal was given for the Greeks to attack, Hdt.8.11: c. inf., ἐσήμαινε παραρτέεσθαι πάντα signal was given to make all ready, Id.9.42, cf. E.Heracl.830; also σ. ἐπὶ πλόον πῦρ gives the signal for sailing, Tryph.145.    3 generally, σ. [τῷ ἵππῳ] τι, προχωρεῖν σ. τῷ ἵππῳ, X.Eq.9.4, 7.10.    4 make signals, εἰς τὴν πόλιν Id.HG6.2.33; σ. ὡς πολεμίων ἐπιόντων ib.7.2.5:—Pass., ἐσημάνθησαν προσπλέουσαι ib.6.2.34: abs., σημανθέντων τῷ Ἀστυάγει ὅτι . . Id.Cyr.1.4.18.    III signify, indicate, declare, φόνον E.HF1218; τινί τι Hdt.7.18, 9.49, S.OT226: folld. by ὡς . ., Hdt.1.34; by ὅτι . ., S.OC320, Pl.Phd.62c; σ. ὅστις A.Pr.618; σ. ὅ τι χρή σοι συμπράσσειν ib.297 (anap.); σ. ὅπῃ γῆς πεπλάνημαι ib.564 (anap.); σ. ὅπου . . S.El.1294; σ. ὅτου τ' εἶ χὠπόθεν Id.Fr.104; σ. εἴτε . . Id.Ph.22; σ. ποίῳ θανάτῳ . . Ev.Jo.12.33, 21.19: c. part., signify that a thing is, φρυκτοῦ φῶς . . σημαίνει μολόν A.Ag.293; Κρέοντα προσστείχοντα σημαίνουσί μοι S.OT79, cf. OC1669; ταῦτα ὡς πολέμου ὄντος σημαίνει Pl.Lg.626e, cf. 722e:—Pass., ὁ σημαινόμενος δοῦλος the abovementioned slave, POxy.283.12 (i A.D.): abs., σημανθέντος it having been reported, PAmh.2.31.8 (ii B.C.), cf. supr. 11.4.    2 interpret, explain, Hdt.1.108; tell, speak, Id.3.106: abs., σήμαινε tell, S.OC51, cf.OT1050; οὐ στηλῶν μόνον σ. ἐπιγραφή Th.2.43.    3 of a writer, signify, indicate, ὅτι . . Str.8.6.5; of words, sentences, etc., signify, mean, ταὐτὸν σημαίνει Pl.Cra.393a, cf. 437c, Phdr.275d, Arist.Ph. 213b30, etc.; σημαίνοντα significant sounds, opp. ἄσημα, Id.Po.1457a32sq.:—Pass., τὸ σημαινόμενον the sense, meaning of words, Id.Rh. 1405b8, D.H.Th.31, A.D.Pron.12.27, al.; opp. τὸ σημαῖνον, Chrysipp.Stoic.2.38(pl.).    B Med. σημαίνομαι, give oneself a token, i.e. conclude from signs, conjecture, τὰ μὲν σημαίνομαι, τὰ δ' ἐκπέπληγμαι S.Aj.32; ἄστροις σ. [τὰς πόλεις], prov. in Ael.NA7.48; σ. τι ἔκ τινος ib.2.7; of dogs hunting, μυξωτῆρσι σ. τι Opp.C.1.454.    II provide with a sign or mark, seal, σημαίνεσθαι βύβλῳ (sc. βοῦν), i.e. by sealing a strip of byblus round his horn, Hdt.2.38, cf. Pl.Lg.954c, X.Cyr.8.2.17, Is. 7.1,2, Hyp.Ath.8:—Pass., εὖ σεσημάνθαι to be well sealed up, Ar.Lys. 1196; τὰ σεσημασμένα, opp. τὰ ἀσήμαντα, Pl.Lg.954a, cf. Lys.32.7, D.39.17, Ath.Mitt.7.368.    2 mark out, choose for oneself, τοὺς εὐρωστοτάτους Plb.3.71.7.

German (Pape)

[Seite 874] fut. σημανῶ, aor. ἐσήμηνα, auch ἐσήμᾶνα, welches auch bei Attikern vorkommt, aber seltener als jenes ist, vgl. Lob. Phryn. 24; – bezeichnen, durch ein Zeichen kenntlich machen, σήμηνε δὲ τέρματα, Il. 23, 358. 757; Od. 12, 26; besiegeln, σεσημάνθαι, Ar. Lys. 1199; τὰ σεσημασμένα καὶ τὰ ἀσήμαντα, Plat. Legg. XII, 954 a; ἐσημάνθησαν οἱ ἐχῖνοι, Dem. 47, 16. – Bes. ein Zeichen geben, Etwas zu thun, befehlen, gebieten, theils absolut, Od. 22, 450, theils mit dem dat., σημαίνει φυλάκεσσι, Il. 10, 58; σημαίνουσιν ἕκαστος λαοῖς, 17, 250; seltener οὐδέμήτηρ σημαίνειν εἴασκεν ἐπὶ δμωῇσι γυναιξίν, Od. 22, 427, über die Mägde gebieten; und wie ἄρχειν c. genit., αἴθ' ὤφελλες ἀεικελίου στρατοῦ ἄλλου σημαίνειν, Il. 14, 85; – mit dem dat. u. hinzutretendem inf., ᾿Αγαμέμνονος γυναικὶ σημαίνω τορῶς, ἐπορθιάζειν, Aesch. Ag. 26; vgl. Soph. Ai. 673 O. C. 708; und in Prosa, bes. den Soldaten, Thuc. 2, 84 u. sonst; Her. 8, 11 τοῖς Ἕλλησι ὡς ἐσήμηνε; u. c. inf., ἐσήμαινε πάντα παραρτέεσθαι, 9, 42, wie bei Xen. Cyr. 1, 2, 8; τῷ κέρατι, 5, 3, 44; τῇ σάλπιγγι, An. 3, 4, 4 (vgl. Pol. 6, 40, 2) u. öfter; vollständig σημαίνει ὁ σαλπιγκτής, 4, 3, 32; u. so öfter vom Commando durch Signale, ἐπειδὰν ὁ σαλπιγκτὴς σημήνῃ τὸ πολεμικόν, 4, 3, 29; vgl. D. Sic. 17, 33; τὸ ἀνακλητικόν, Signal zum Rückzuge, Plut. lac. apophth. a. E.; vgl. σημαίνειν ἐκέλευσεν ἀναχώρησιν, Thuc. 5, 10; διὰ τῶν συνθημάτων, Pol. 1, 50, 8 u. öfter. – Uebh. anzeigen, sagen, erklären, σήμαιν' ὅτι χρή σοι συμπράττειν, Aesch. Prom. 295; εἰ δ' ἔχεις εἰπεῖν ὅ τι λοιπὸν πόνων, σήμαινε, 685; οἶσθα σημῆναι τορῶς Pers. 471; κἀσήμηνεν ἐμφανὲς τέκμαρ, Ch. 656; Κρέοντα προσστείχοντα σημαίνουσί μοι, Soph. O. R. 79; ταῦτα σημανοῦσ' ἐλήλυθα, O. C. 367; ἣ σῷ παιδὶ σημαίνει νόσον, Eur. Hipp. 1306; Herc. Fur. 1218; θέλει τι σημᾶναι νέον, Hipp. 857; u. in Prosa von den Göttern, Vorzeichen geben und die Zukunft andeuten, ἄνεμος ἐξαίσιος ἐπεγένετο, ὃν καὶ οἰωνίζοντό τινες σημαίνειν πρὸ τῶν μελλόντων, Xen. Hell. 5, 4, 17; vgl. Arr. An. 7, 22. 24 (v. l. περί); φοβοῦνται αὐτὸ ὡς σημαῖνον φθοράν τινα, Plat. Crat. 405 e; andeuten, auseinandersetzen, τινί τι, Her. 7, 18. 9, 49 u. öfter; bedeuten, ἕν τι σημαίνει μόνον ταὐτὸν ἀεί, Plat. Phaedr. 275 d; ὁ γὰρ ἄναξ καὶ ὁ ἕκτωρ σχεδόν τι ταὐτὸν σημαίνει, Crat. 293 a; ὡς ὁ λόγος σημαίνει, Gorg. 511 b, u. öfter; auch intrans., ὡς ἄρτι σημαίνειν ἐκ τῶν εἰρημένων μοι σφόδρα δοκεῖ, wie aus dem Gesagten einzuleuchten scheint, Epinom. 989 a. – Med. versiegeln lassen, Dem. 28, 6. 33, 36; auch sich ein Zeichen geben lassen, aus einem gegebenen Zeichen schließen, vermuthen, Soph. Ai. 32; σημαίνεσθαί τι βύβλῳ, sich Etwas auf Papyrus anmerken, Her. 2, 38; – σημηνάμενος τοὺς εὐρωστοτάτους, d. i. sich auswählend, Pol. 3, 71, 7. – Bei den Gramm. bedeutet τὸ σημαινόμενον was unter einem Worte verstanden wird, ohne daß es ausdrücklich darin ausgesprochen ist; dah. πρὸς τὸ σημαινόμενον von der Construction nach dem Sinne, nicht nach der grammatischen Vrbdg der Wörter.

Greek (Liddell-Scott)

σημαίνω: Ἰλ. Ἀττ. Ἰων. παρατ. σημαίνεσκον Κόϊντ. Σμ. 4. 193· μέλλ. σημᾰνῶ Αἰσχύλ. Ἀγ. 497, Θουκ. 6. 20, Ἰων. -ᾰνέω Ὀδ. Μ. 26, Ἡρόδ. 1. 75· - ἀόρ. ἐσήμηνα Ἡρόδ., Ἀττ.· ἀλλ’ ἐν τοῖς Ἀντιγράφ. τοῦ Ξεν. καὶ παρὰ μεταγεν. συγγραφεῦσιν ἐσήμᾱνα· - πρκμ. σεσήμαγκα Ἀρρ. Ἐπίκτ. 3. 26, 29, Εὐσ. Εὐαγγ. Προπ. 666D, καὶ παρ’ ἄλλοις μεταγενεστέροις. - Μέσ., μέλλ. σημανοῦμαι, Ἰωνικ. -έομαι Ἱππ. 383. 52. κτλ.· ἀόρ. ἐσημηνάμην Ἰλ. Η. 175, Ἀττ. - Παθ., μέλλ. σημανθήσομαι Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 8. 267, (ἐπι-) Εὐρ. Ἴων 1593· μέσ. μέλλ. ἐπὶ παθ. σημασ., Ἱππ. 556. 22· - ἀόρ. ἐσημάνθην Δημ. 1143. 26· πρκμ. σεσήμασμαι Ἡρόδ. 2. 39, Πλάτ. Νόμ. 954Β, κτλ.· ἀλλὰ γ΄ ἑνικ. σεσήμανται Ἡρόδ. 2. 125, ἀπαρέμφ. σεσημάνθαι Ἀριστοφ. Λυσ. 1198· (σῆμα). Δεικνύω διά τινος σημείου, φανερώνω, γνωστὸν ποιῶ, ἐμφαίνω, τέρματα Ἰλ. Ψ. 358, 757· δείξω ὁδόν ἠδὲ ἕκαστα σημανέω Ὀδ. Μ. 26· τοῦτον σημήνας, ἀφ’ οὗ ἔδειξε τοῦτον, Ἡρόδ. 1. 5, πρβλ. 34 τέκμαρ Αἰσχύλ. Χο. 667· θησαύρισμα Σοφ. Φιλ. 37· σ. τι περί τινος Πλάτ. Νόμ. 682Α· σ. ὅ τι χρὴ ποιεῖν Ξεν. Ἀπολογ. 12· σ. εὔδια πάντα (ἐξυπ. εἶναι) Θεόκρ. 22. 22. - Μέσ., πάντα σημαίνει, σοὶ δεικνύονται τὰ πάντα, Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 1039. 11. 2) ἀπολ., δίδω σημεῖα, φθόγγος, φῶς σ. Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 245, Ἀγ. 293· ὁ λόγος σ. Σοφ. Τρ. 345· καπνῷ σ., κάμνω σημεῖον, Αἰσχύλ. Ἀγ. 497· μάλιστα ἐν τῷ μέλλ. μετὰ τοῦ αὐτός, πλοῦς αὐτὸς σημανεῖ Εὐρ. Ἑλ. 151· τὸ δ’ ἔργον αὐτὸ σημανεῖ ὁ αὐτ. ἐν Ἀνδρ. 265· αὐτὸ σημανεῖ (ἄνευ οὐσιαστ.) ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 623· τἆλλα δ’ αὐτὸ σημανεῖ ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 976. 3) ἐπὶ οἰωνῶν, Ξεν. Ἀπομν. 1. 1, 2, κτλ.· σ. ἐν τοῖς ἱεροῖς ὁ αὐτ. ἐν Ἀναβ. 6. 1, 31· περί τινος ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 1. 1, 19· ἐπὶ τοῖς μέλλουσι γενήσεσθαι Θουκ. 2, 8· πρὸ τῶν μελλόντων Ξεν. Ἑλλ. 5. 4, 17. - Παθ. σημαίνεσθαι διὰ τῶν ἐμπύρων Πλούτ. 2. 222F, κτλ. 4) παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις ἀμεταβ., φαίνομαι, εἶμαι φανερός, δῆλος, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 8, 4· (ἀλλὰ παθ. ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας, αὐτόθι 8. 1, 7)· σ. ἐκ τῶν εἰρημένων Πλάτ. Ἐπιν. 989Α· ἴδε δηλόω ΙΙ. β) σημαίνει ἀπροσ., σημεῖα φαίνονται, Ἀριστ. Προβλ. 26. 12, 1. ΙΙ. δίδω σημεῖον νὰ εἴπῃ τις ἢ πράξῃ τι, μετὰ δοτ. προσ., Ἰλ. Κ. 58, Ρ. 250· μετ’ ἀπαρ., σ. τινὶ ποιεῖν τι Ἡρόδ. 1. 116, πρβλ. 6. 78, Αἰσχύλ. Ἀγ. 26, Σοφ. Αἴ. 688, Ξεν. Ἀνάβ. 6. 1, 24· μὴ σημήναντός σου, χωρὶς νὰ διατάξῃς σύ, Πλάτ. Φαίδων 62C· - ὡσαύτως μετὰ γεν., ὡς τὸ ἄρχειν, εἶμαι ἀρχηγός τινος, ἄρχω, κυβερνῶ, στρατοῦ Ἰλ. Ξ. 85· ὡσαύτως, σ. ἐπὶ δμωῇσι γυναιξὶ Ὀδ. Χ. 427· - δίδω διαταγάς, ὁ δὲ σημαίνων ἐπέτελλεν Ἰλ. Φ. 445, πρβλ. Ὀδ. Χ. 450· πᾶσι δὲ σήμαινεν Ἰλ. Α. 289· ἐν τῇ μετοχ., σημαίνων = σημάντωρ, Σοφ. Ο. Κ. 704, Ο. Τ. 957· - ὡσαύτως, σ. ἐπὶ ἢ πρός τι, δίδω σημεῖον νὰ πράξῃ τίς τι. Wern. εἰς Τρυφιόδ. (γραπτ. Τριφ-.) 145. 2) ἐν πολέμῳ ἢ ἐν μάχῃ, δίδω σημεῖον τῆς προσβολῆς, κτλ., Θουκ. 2. 84, κτλ.· πλῆρες, σ. τῇ σάλπιγγι Ἀνδοκ. 7. 9, Ξεν. Ἀν. 4. 2, 1· σ. τῷ κέρατι ὡς ἀναπαύεσθαι αὐτόθι 2. 2, 4· μετ’ αἰτ., σ. ἀναχώρησιν, δίδω τὸ σημεῖον τῆς ἀναχωρήσεως, Θουκ. 5. 10· ἐπειδὰν ὁ σαλπιγκτὴς σημήνῃ τὸ πολεμικὸν Ξεν. Ἀνάβ. 4. 3, 29, πρβλ. 32· τὸ ἀνακλητικὸν Πλούτ. 2. 236Ε· μετ’ ἀπαρεμ., Ξεν. Κύρ. 1. 4, 18, κτλ.· - ὡσαύτως ἀπροσ., σημαίνει (δηλ. ὁ σαλπιγκτής), δίδοται σημεῖον οἷον, τοῖς Ἕλλησιν ὡς ἐσήμηνε, ὅταν ἐδόθη τὸ σημεῖον διὰ νὰ ἐπιπέσωσιν οἱ Ἕλληνες, Ἡρόδ. 8. 11, πρβλ. Θουκ. 2. 84· μετ’ ἀπαρ., ἐσήμαινε πάντα παραρτέεσθαι, ἐδόθη σημεῖον νὰ ἑτοιμάσωσι τὰ πάντα, Ἡρόδ. 9. 42, πρβλ. Elmsl. εἰς Εὐρ. Ἡρακλ. 830· ἴδε ἐν λέξ. κηρύσσω Ι, σαλπίζω. 3) καθόλου, σ. τῷ ἵππῳ τι ἢ ποιεῖν τι Ξεν. Ἱππ. 9, 4., 7, 10. 4) κάμνω σημεῖα, εἰς τὴν πόλιν ὁ αὐτ. ἐν Ἑλλ. 6. 2, 33· σ. ὡς πολεμίων ἐπιόντων αὐτόθι 7. 2, 5. - Παθ., ἐσημάνθησαν προσπλέουσαι αὐτόθι 6. 2, 34. ΙΙΙ. σημαίνω, φανερώνω, δηλῶ, διακηρύττω, φόνον Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1218· τινί τι Ἡρόδ. 7. 18., 9. 49, Σοφ. Ο. Τ. 225· - ἑπομένης ἐξηρτημένης προτάσεως, σ. ὡς.., ὅτι.. Ἡρόδ. 1. 34, 108, Σοφ. Ο. Κ. 320· σ. ὅ τι χρή σοι συμπράσσειν Αἰσχύλ. Πρ. 295· σ. ὅπη γῆς πεπλάνημαι αὐτόθι 565· σ. ὅπου.. Σοφ. Ἠλ. 1294· σ. ὅπου τ’ εἶ χὠπόθεν ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 91· σ. εἴτε.. ὁ αὐτ. ἐν Φιλ. 22· - μετὰ μετοχ., φανερώνω ὅτι πρᾶγμά τι ἔχει κατά τινα τρόπον, σημαίνει φρυκτοῦ φῶς.. μολὸν Αἰσχύλ. Ἀγ. 293· Κρέοντα προσστείχοντα σημαίνουσί μοι Σοφ. Ο. Τ. 79, πρβλ. Ο. Κ. 1669· ταῦτα ὡς πολέμου ὄντος σημαίνει Πλάτ. Νόμ. 626Ε, πρβλ. 722Ε. 2) καθόλου, δηλῶ, ἑρμηνεύω, ἐξηγοῦμαι, Ἡρόδ. 1. 108., 3. 106, Αἰσχύλ. Πρ. 618· ἀπολ., σήμαινε = λέγε, Σοφ. Ο. Κ. 51, πρβλ. Ο. Τ. 1050· οὐ στηλῶν μόνον σ. ἐπιγραφὴ Θουκ. 2. 43. 3) ἐπὶ συγγραφέως, δηλῶ, λέγω θέλω νὰ εἴπω, ὅτι.. Στράβ. 639· - ἐπὶ λέξεως, προτάσεων, κτλ., ἔχω σημασίαν τινά, δηλῶ, ταὐτὸν σημαίνει Πλάτ. Κρατ. 393Α, πρβλ. 437C, Φαῖδρ. 275D, Ἀριστ., κλπ.· σημαίνοντα, ἦχοι ἔχοντες σημασίαν, ἀντίθετον τῷ ἄσημα, Ἀριστ. Ποιητ. 21, 1 κέξ. - Παθ., τὸ σημαινόμενον, ἡ ἔννοια, ἡ σημασία τῶν λόγων, τῶν λέξεων, ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 3. 2, 13, Διον Ἁλ., κλπ.· ἐντεῦθεν παρὰ τοῖς γραμμ., πρὸς τὸ σημαινόμενον, κατὰ τὴν ἐνυπάρχουσαν ἔννοιαν μᾶλλον ἢ κατὰ τὸ σχῆμα ἢ τὸν τύπον. IV. = σφραγίζω, ἀποτυπώνω σημεῖον τι ἢ σφραγίδα, Λατ. obsignare, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ μέσῳ τύπω, Πλάτ. Νόμ. 954C, Ξεν. Κύρ. 8. 2, 17, Ἰσαῖ. 63. 6. - Παθ., εὖ σεσημάνθαι, εἶμαι καλῶς ἐσφραγισμένος, Ἀριστοφ. Λυσ. 1198· τὰ σεσημασμένα, ἀντίθετον τῷ τὰ ἀσήμαντα, Πλάτ. Νόμ. 954Α, πρβλ. Λυσίαν 897. 2, Δημ. 999. 16. Β. Μέσ., σημαίνομαι, ὡς τὸ τεκμαίρομαι, λαμβάνω ὡς σημεῖον, δηλ. συμπεραίνω ἐκ σημείων, εἰκάζω, τὰ μὲν σημαίνομαι, τὰ δ’ ἐκπέπληγμαι Σοφ. Αἴ. 32· ἄστροις σ. τὸ δεῖπνον, παροιμ. ἐν τῷ Αἰλ. π. Ζ. 7. 48· σ. τι ἔκ τινος αὐτόθι 2. 7· ἐπὶ κυνῶν ἀνιχνευόντων τὸ θήραμα, μυξωτῆρσι σ. τι Ὀππ. Κυν. 1. 454. ΙΙ. σημειώνω δι’ ἐμαυτόν, σημαίνεσθαι βύβλῳ (ἐξυπακ. βοῦν), δηλ. σφραγίζων περὶ τὸ κέρας αὐτοῦ λωρίδα βύβλου, Ἡρόδ. 2. 38, πρβλ. 39. 2) σημειώνω, ἐκλέγω δι’ ἐμαυτόν, τοὺς εὐρωστοτάτους Πολύβ. 3. 71, 7. - Καθ’ Ἡσύχ.: «σημαίνειν· δεικνύειν, δικάζειν, βουλεύεσθαι. σαλπίζειν».

French (Bailly abrégé)

f. σημανῶ, ao. ἐσήμηνα, pf. σεσήμαγκα;
Pass. f. σημανθήσομαι, ao. ἐσημάνθην, pf. σεσήμασμαι;
1 marquer d’un signe ; particul. marquer d’un sceau, sceller;
2 faire un signal ; donner un ordre : τινι à qqn ; ἐπὶ δμῳῇσι γυναιξί OD, στρατοῦ IL diriger des servantes, une armée ; τινι ποιεῖν τι ESCHL ordonner à qqn de faire qch ; avec une prop. relat. : σήμαινε τί χρὴ ποιεῖν SOPH ordonne ce qu’il faut faire ; particul. t. milit. donner un signal, faire un commandement au moyen d’un signal ; σ. τῇ σάλπιγγι XÉN donner un signal avec la trompette ; τὸ πολεμικόν XÉN donner le signal du combat ; τὸ ἀνακλητικόν PLUT ou ἀναχώρησιν THC donner le signal de la retraite ; avec le dat. : σ. τινι donner un signal ou un ordre à une troupe ; σημαίνειν avec l’inf. XÉN donner l’ordre de ; • impers. ἐσήμαινε avec l’inf. HDT le signal était donné, ordre était donné de… ; abs. τοῖς Ἕλλησι ὡς ἐσήμηνε HDT lorsque le signal fut donné aux Grecs (pour attaquer);
3 faire savoir, faire comprendre, expliquer, révéler : τι qch ; avec un part. : φθόγγοι σφε σημαίνουσι δεῦρ’ ὁρμωμένας SOPH des bruits de voix annoncent qu’elles se hâtent par ici ; particul. faire savoir, annoncer : τι qch ; τι πρός τινα qch à qqn ; Κρέοντα προστείχοντα SOPH annoncer que Créon approche ; avec un relat. : σ. ὅστις ESCHL faire savoir qui ; particul. prédire l’avenir, faire comprendre la volonté des dieux ; présager, acc.;
4 signifier, avoir une signification : τὸ σημαινόμενον ARSTT la signification, le sens;
Moy. σημαίνομαι (f. σημανοῦμαι, ao. ἐσημηνάμην, pf. σεσήμασμαι);
I. marquer pour soi, d’où
1 marquer d’un signe, acc.;
2 marquer de son sceau, sceller, acc.;
II. conjecturer : τι qch ; ◊ prov. : ἄστροις σημαίνεσθαι (τὸ δεῖπνον) ÉL reconnaître son souper d’après les étoiles, càd en être loin, comme le voyageur égaré qui se guide sur les étoiles pour reconnaître son chemin.
Étymologie: σῆμα.

English (Autenrieth)

(σῆμα), ipf. σήμαινε, fut. σημανέω, aor. 1 σήμηνε, mid. aor. 1 ἐσημήνατο: give the sign, hence, command, dictate, Il. 1.289; w. gen., Il. 14.85 ; ἐπί τινι, Od. 22.427; trans., mark, point out, τέρματα, Il. 23.358; mid., mark for oneself, something of one's own, Il. 7.175.

English (Strong)

from sema (a mark; of uncertain derivation); to indicate: signify.

English (Thayer)

imperfect ἐσήμαινον (L WH text); 1st aorist ἐσημανα, for ἐσήμηνα which is the more common form in the earlier and more elegant Greek writings (see Matthiae, § 185; Kühner, § 343, under the word; (Veitch, under the word); Lob. ad Phryn., p. 24 f; Winer s Grammar, § 15, under the word; Buttmann, 41 (35)); (from σῆμα a sign); from (Homer), Aeschylus, Herodotus down; to give a sign, to signify, indicate: τί, to make known: absolutely Acts 11:28.

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και δωρ. τ. σαμαίνω Α σῆμα / σᾱμα]
1. δίνω σήμα, σημείο με ήχο ή με κάποιον άλλο τρόπο (α. «η καμπάνα σήμανε εσπερινό» β. «η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο» γ. «ἐσήμαινε παραρτέεσθαι πάντα», Ηρόδ.)
2. έχω, δηλώνω ή φανερώνω κάποια σημασία ή έννοια (α. «τί σημαί νει αυτή σου η συμπεριφορά;» β. «ἕν τι σημαίνει μόνον ταὐτὸν ἀεί», Πλάτ.)
3. έχω σημασία, σπουδαιότητα ή σοβαρότητα, αξίζω
νεοελλ.
1. (μτβ.) (σχετικά με κουδούνι ή καμπάνα ή σάλπιγγα) κάνω να ηχήσει
2. (αμτβ.) χτυπώ, ηχώ
3. απρόσ. σημαίνει
χτυπάει η καμπάνα της εκκλησίας (α. «τί ώρα σημαίνει για τον όρθρο;» β. «σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι», δημ. τραγούδι)
4. (το ουδ. της μτχ. παθ. ενεστ.) βλ. σημαινόμενο
5. (η μτχ. παθ. παρακμ.) σεσημασμένος, -η, -ο
κακοποιός, γνωστός στις αστυνομικές αρχές, του οποίου έχουν ήδη ληφθεί τα δακτυλικά αποτυπώματα και έχει εγγραφεί στα αρχεία της αστυνομίας
6. φρ. α) «σεσημασμένος χάρτης» — το ένσημο, το χαρτόσημο
β) «σεσημασμένος άργυρος» — μέταλλο κομμένο σε νομίσματα
μσν.
αντιγράφω
αρχ.
1. δείχνω με κάποιο σημείο, φανερώνω («δείξω ὁδὸν ἠδὲ ἕκαστα σημανέω», Ομ. Οδ.)
2. (για μαντείο ή για οιωνούς) αποκαλύπτωοὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει», Ηράκλ.)
3. φαίνομαι, είμαι φανερός («σημαίνειν ἐκ τῶν εἰρημένων», Πλάτ.)
4. δίνω εντολή με σήμα, με παράγγελμα («σημαίνειν δμωῇσι γυναιξίν», Ομ. Οδ.)
5. (σχετικά με μάχη) δίνω το σύνθημα της επίθεσης («μὴ ἐπιχειρεῑν πρὶν ἂν αὐτὸς σημήνῃ», Θουκ.)
6. προαναγγέλλω με σημείο, προειδοποιώ («σημαίνει ὡς πολεμίων ἐπιόντων», Ξεν.)
7. φανερώνω, διακηρύσσω («ἀπελθὼν δὲ ἐσήμαινε Μαρδονίῳ τὰ καταλαβόντα», Ηρόδ.)
8. ερμηνεύω («οἱ ὀνειροπόλοι ἐσήμαινον ὅτι...», Ηρόδ.)
9. λέω («σήμαινε» — λέγε, Σοφ.)
10. μνημονεύω με εγκωμιαστικό τρόπο («καὶ οὐ στήλων μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή», Θουκ.)
11. (μέσ. και παθ.) σημαίνομαι
α) επισημαίνομαι, γίνομαι αντιληπτός («ἐσημάνθησαν προσπλέουσαι», Ξεν.)
β) συμπεραίνω («τὰ μεν σημαίνομαι, τὰ δ' ἐκπέπληγμαι», Σοφ.)
γ) επιλέγω, ξεδιαλέγω («σημηνάμενος τοὺς εὐρωστοτάτους», Πολ.)
δ) (το ουδ. της μτχ. παθ. ενεστ.) τὸ σημαινόμενον η έννοια που ενυπάρχει.

Greek Monotonic

σημαίνω: μέλ. σημᾰνῶ, Ιων. -ᾰνέω· αόρ. αʹ ἐσήμηνα και ἐσήμᾱνα — Μέσ., αόρ. αʹ ἐσημηνάμην, ἐσημάνθην, παρακ. σεσήμασμαι, επίσης γʹ ενικ. σεσήμανται, απαρ. σεσημάνθαι (σῆμα
Α. I. 1. δείχνω μέσω ενός σημείου, δηλώνω, γνωστοποιώ, φανερώνω, καταδεικνύω, σε Όμηρ. κ.λπ.
2. απόλ., παρέχω σημεία, κάνω σινιάλα, σε Ομήρ. Ιλ., Τραγ.
II. 1. δίνω σύνθημα, σημαίνω ή κάνω σινιάλο για να κάνει κάποιος κάτι, σε Ομήρ. Ιλ.· με απαρ., σε Ηρόδ. κ.λπ.· μὴσημήναντός σου, χωρίς καμία διαταγή από σένα, σε Πλάτ.· με γεν., έχω την αρχηγία, εξουσιάζω, κυβερνώ, διοικώ, τινός ή ἐπί τισι, σε Όμηρ.· απόλ., δίνω διαταγές, διατάζω, προστάζω, στον ίδ.· σημαίνων = σημάντωρ, σε Σοφ.
2. στον πόλεμο, δίνω το σήμα για την επίθεση, σε Θουκ.· σημαίνω τῇ σάλπιγγι, σε Ξεν.· σημαίνω ἀναχώρησιν, δίνω το σήμα της αναχώρησης, σε Θουκ·. απρόσ., σημαίνει (ενν. ὁ σαλπιγκτής), το σήμα δόθηκε· τοῖς Ἕλλησι ὡς ἐσήμηνε, όταν δόθηκε το σήμα στους Έλληνες να επιτεθούν, σε Ηρόδ.· ἐσήμαινε πάντα παραρτέεσθαι, δόθηκε η διαταγή να είναι όλα έτοιμα, στον ίδ.
III. 1. δηλώνω, καταδεικνύω, ανακοινώνω, κοινοποιώ, σε Ευρ., Ηρόδ., Αττ.
2. γενικά, υποδηλώνω, διερμηνεύω, επεξηγώ, σε Ηρόδ., Αισχύλ.· απόλ., σήμαινε, πες, σε Σοφ.
IV. = σφραγίζω, αποτυπώνω κάποιο σημάδι ή χαρακτηριστικό γνώρισμα, σημαδεύω, σφραγίζω, Λατ. obsignare, κατά κανόνα στη Μέσ., σε Ξεν. — Παθ., εὖ σεσημάνθαι, είμαι σφραγισμένος καλά, σε Αριστοφ.· τὰ σεσημασμένα, αντίθ. προς το ἀσήμαντα, σε Δημ. Β. I. Μέσ. σημαίνομαι, όπως το τεκμαίρομαι, εκλαμβάνω ως σημείο, δηλ. συμπεραίνω μέσω σημείων, πιθανολογώ, εικάζω, σε Σοφ.
II. σημαδεύω για τον εαυτό μου, σημαίνεσθαι βύβλῳ, (ενν. βοῦν), δηλ. σημαδεύω ένα βόδι τυλίγοντας γύρω από το κέρατό του μια λωρίδα βύβλου (δέρματος), σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

σημαίνω: дор. [[σαμαίνω |σᾱμαίνω]] (fut. σημᾰνῶ - эп.-ион. σημᾰνέω, aor. ἐσήμηνα - эп. σήμηνα, дор. ἐσήμᾱνα; pf. σεσήμαγκα; pass.: fut. σημανθήσομαι, aor. ἐσημάνθην, pf. σεσήμασμαι - inf. σεσημάνθαι, part. pf. σεσημασμένος; adj. verb. σημαντός, σημαντέος)
1) обозначать, отмечать (τέρματα Hom.): σεμαίνεσθαι τοὺς εὐρωστοτάτους Polyb. отбирать себе самых крепких здоровьем;
2) показывать, указывать (τινά τινι Her.; φωνὴ σημαίνουσα ὅ τι χρὴ ποιεῖν Xen.);
3) обнаруживать, выявлять (τι περί τινος Plat.): τἄλλα δ᾽ αὐτὸ σημανεῖ Eur. остальное само собою обнаружится; σ. τὸ πολεμικόν Xen. давать сигнал к атаке;
4) подавать сигнал, сигнализировать (καπνῷ Aesch.): φῶς σημαίνει τινί Aesch. подается световой сигнал кому-л.; ὡς ἐσήμηνε impers. Her. когда был подан сигнал;
5) давать знамение (τινὶ ἐν τοῖς ἱεροῖς Xen.): ἐπὶ τοῖς μέλλουσι γενήσεσθαι σημῆναι Thuc. служить предзнаменованием того, что предстоит;
6) обнаруживаться, следовать (ὡς σημαίνειν ἐκ τῶν εἰρημένων μοι δοκεῖ Plat.);
7) указывать, приказывать, предписывать, велеть (τινὶ ποιεῖν τι Her., Xen., Trag.): μὴ σημήναντός σου Plat. без твоего приказания; σ. στρατοῦ Hom. командовать войском; σ. ἐπὶ δμωῇσι γυναιξίν Hom. распоряжаться служанками; ὁ δὲ σημαίνων ἐπέτελλεν Hom. он давал руководящие указания;
8) сообщать, докладывать, объявлять (πάντα τινί Soph.): σ. τινὶ τὰ καταλαβόντα Her. докладывать кому-л. о происшедшем; ὥσπερ ἐσήμηνα Her. как я упомянул (выше);
9) обозначать, значить (ταῦτα τὰ ὀνόματα σχεδόν τι ταὐτὸν σημαίνει Plat.): τὰ σημαίνοντα (sc. ὀνόματα) Plat. знаменательные слова; τὸ σημαινόμενον Arst. значение, смысл;
10) преимущ. med. запечатывать: γράψας καὶ σημηνάμενος Xen. написав и запечатав, т. е. в запечатанном письме; τά τε σεσημασμένα καὶ τὰ ἀσήμαντα Plat. как опечатанные, так и неопечатанные вещи;
11) med. заключать (на основании признаков), догадываться: τὰ μὲν σημαίνομαι, τὰ δ᾽ ἐκπέπληγμαι Soph. по одним признакам я догадываюсь, другими же я смущен.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σημαίνω [σῆμα] Ion. fut. act. σημανέω, med. σημανέομαι, Dor. fut. σαμαίνω act. een teken geven, tekens geven; abs..; οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει hij spreekt niet en verbergt niet, maar duidt aan Heraclit. B 93; οὐ σημανεῖ καπνῷ πυρός hij zal geen rooksignaal geven Aeschl. Ag. 497; (voorteken) geven:; ἐδόκει ἐπὶ τοῖς μέλλουσι γενήσεσθαι σημῆναι het leek een voorteken te geven voor de toekomstige gebeurtenissen Thuc. 2.8.3; onpers. als signaal zich voordoen:. ὡς ἄρτι σημαίνειν ἐκ τῶν εἰρημένων μοι σφόδρα δοκεῖ zoals volgens mij zojuist duidelijk als signaal naar voren kwam uit het gezegde Plat. Epin. 989a. door een teken aanduiden, markeren; met acc..; σήμηνε δὲ τέρματ ’ Ἀχιλλεύς Achilles markeerde het keerpunt Il. 23.358; met acc. v. h. inw. obj..; κἀσήμηνεν ἐμφανὲς τέκμαρ en hij geeft een heldere indicatie (nl. van zijn bedoeling) Aeschl. Ch. 667; pass..; εὖ σεσημάνθαι goed verzegeld zijn Aristoph. Lys. 1198; met acc. en dat..; τοῦτον κελεύω πάντα σημαίνειν ἐμοί hem beveel ik om alles aan mij ter kennis te brengen Soph. OT 226; met ptc..; γόων φθόγγοι σφε σημαίνουσι δεῦρ ’ ὁρμωμένας de klanken van weeklachten geven aan dat zij hierheen komen Soph. OC 1669; met dat. en ptc..; φῶς φύλαξι σημαίνει μολόν het licht signaleert zijn aankomst aan de wachters (of: ‘het licht kwam\n en gaf zijn teken’, vgl. sub 1a.) Aeschl. Ag. 293; uitleggen, met dat. en ὅτι -zin. ἐκ γάρ οἱ τῆς ὄψιος οἱ... ὀνειροπόλοι ἐσήμαινον ὅτι want op basis van de droom gaven de droomuitleggers hem als interpretatie dat … Hdt. 1.108.2. het teken geven, het commando geven (om iets te doen); met acc. v. h. inw. obj..; σ. τὸ πολεμικόν het signaal voor de aanval geven Xen. An. 4.3.29; met dat. en inf..; ἐσήμαινε τοῖσι δορυφόροισι λαμβάνειν αὐτόν hij gaf een teken aan zijn lijfwacht hem te arresteren Hdt. 1.116.4; ellipt..; ὅταν οἱ ἄρχοντες σημήνωσι telkens wanneer de leiders opdracht daartoe geven Xen. Cyr. 1.2.8; onpers., met dat..; τοῖσι δὲ Ἕλλησι ὡς ἐσήμηνε toen de Grieken het sein kregen Hdt. 8.11.1; ook alg. commanderen, het commando voeren over; met dat..; πᾶσι... σημαίνειν iedereen commanderen Il. 1.289; ook met gen.. στρατοῦ... σημαίνειν het commando voeren over een leger Il. 14.85. aanduiden, beduiden, betekenen:; σχεδόν τι ταὐτὸν σημαίνει het betekent ongeveer hetzelfde Plat. Crat. 393a; οὐθὲν ἄλλο σημαίνοντες τὴν σοφίαν ἢ niets anders aanduidend met ‘wijsheid’ dan Aristot. EN 1141a12; subst. ptc. pass.. τὸ σημαινόμενον betekenis Aristot. Rh. 1405b8. med. (voor zich) van een teken voorzien, verzegelen:. σημαίνεται βύβλῳ περὶ τὰ κέρεα εἱλίσσων hij voorziet (de stier) van een merkteken door papyrus om de horens te winden Hdt. 2.38.3. uit tekenen afleiden:. τὰ μὲν σημαίνομαι, τὰ δὲ ἐκπέπληγμαι het ene kan ik wel afleiden, het andere verbijstert mij Soph. Ai. 32.

Middle Liddell

σῆμα
I. to shew by a sign, indicate, make known, point out, Hom., etc.
2. absol. to give signs, make signals, Il., Trag.
II. to give a sign or signal to do a thing, Il.; c. inf., Hdt., etc.; μὴ σημήναντός σου without any order from you, Plat.:—c. gen. to bear command over, τινός or ἐπί τισι Hom.: absol. to give orders, Hom.; σημαίνων = σημάντωρ, Soph.
2. in war, to give the signal of attack, Thuc.; ση. τῆι σάλπιγγι Xen.; ση. ἀναχώρησιν to make signal for retreat, Thuc.:—impers., σημαίνει (sc. ὁ σαλπιγκτής) signal is given, τοῖς Ἕλλησι ὡς ἐσήμηνε when signal was given for the Greeks to attack, Hdt.; ἐσήμαινε πάντα παραρτέεσθαι signal was given to make all ready, Hdt.
III. to signify, indicate, announce, declare, Eur., Hdt., attic
2. generally, to signify, interpret, explain, Hdt., Aesch.; absol., σήμαινε tell, Soph.
IV. = σφραγίζω, to stamp with a sign or mark, to seal, Lat. obsignare, mostly in Mid., Xen.:—Pass., εὖ σεσημάνθαι to be well sealed up, Ar.; τὰ σεσημασμέναι, opp. to τὰ ἀσήμαντα, Dem.
B. Mid. σημαίνομαι, like τεκμαίρομαι, to give oneself a token, i. e. conclude from signs, conjecture, Soph.
II. to mark for oneself, σημαίνεσθαι βύβλωι (sc. βοῦν), i. e. by sealing a strip of byblus round his horn, Hdt.

Chinese

原文音譯:shma⋯nw 些買挪
詞類次數:動詞(6)
原文字根:標記 相當於: (דָּעָה‎ / יָדַע‎) (רוּעַ‎)
字義溯源:指明,指著,表示,示意,曉諭;源自(Σήμ)X*=記號)
同源字:1) (ἄσημος)無記號的 2) (ἐπίσημος)值得注意的 3) (εὔσημος)清楚指明的 4) (παράσημος)有記號的 5) (σημαίνω)指明 6) (σημεῖον)表記,神蹟 7) (σημειόω)辨識,記錄 8) (σύσσημον)共有的標記
出現次數:總共(6);約(3);徒(2);啓(1)
譯字彙編
1) 指明(4) 約12:33; 約18:32; 徒11:28; 徒25:27;
2) 曉諭(1) 啓1:1;
3) 是指著(1) 約21:19