αστρολόγος

From LSJ

πόθῳ δὲ τοῦ θανόντος ἠγκιστρωμένη ψυχὴν περισπαίροντι φυσήσει νεκρῷ → pierced by sorrow for the dead shall breathe forth her soul on the quivering body

Source

Greek Monolingual

ο (AM ἀστρολόγος)
αυτός που ασχολείται με την αστρολογία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άστρον + -λογος < λέγω.