Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ατιμάζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(AM ἀτιμάζω) άτιμος
1. προσβάλλω κάποιον με λόγια ή έργα
2. κατηγορώ, βρίζω
νεοελλ.
1. βιάζω ή εκπαρθενεύω
2. βλαστημώ, καταριέμαι
αρχ.
1. συμπεριφέρομαι περιφρονητικά προς κάποιον
2. δεν θεωρώ κάποιον άξιο να κάνει ή να πετύχει κάτι
3. αφαιρώ από κάποιον τα πολιτικά του δικαιώματα.