Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτουργός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM αὐτουργός, -όν)
νεοελλ.
(κυρίως ως ουσ.) εκείνος που πραγματώνει με δική του ενέργεια ή παράλειψη την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος ή ενεργεί πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσής του
αρχ.-μσν.
1. αυτός που ενεργεί μόνος του, χωρίς βοήθεια
2. όποιος ενεργεί ανεξάρτητα από άλλους
αρχ.
1. αυτός που εργάζεται με τα ίδια του τα χέρια
2. αυτός που καλλιεργεί τη γη μόνος του
3. μτφ. αυτοδίδακτος
4. αυτός που υποβάλλει τον εαυτό του σε βαριά εργασία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτ(ο)- + -ουργός < -Fοργός < έργον].