Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχή

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM ἀρχή)
1. τοπικό ή χρονικό σημείο απ' όπου ξεκινά κάποιος, η αφετηρία ή η έναρξη
2. η πρώτη αιτία
3. η βάση, η προϋπόθεση
4. το μόνο ή κύριο συστατικό στοιχείο
5. ο κανόνας ο διατυπωμένος επιστημονικά
6. η εξουσία, το κράτος, η κυβέρνηση
7. στον πληθ. οι θεμελιώδεις γνώσεις μιας επιστήμης συστηματικά διατυπωμένες
8. τα δημόσια αξιώματα
9. φρ. «κατ' αρχήν» — χωρίς ουσιώδη αντίρρηση
μσν.
δυνάμεις, εξουσίες αόρατες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άρχω. Η αρχαιότερη σημασία της λ. αρχή «έναρξη» μαρτυρείται από την Ιλιάδα και έχει επιβιώσει στη νέα Ελληνική, ενώ ως φιλοσοφικός όρος σημαίνει την πρώτη αιτία, τα πρωταρχικά στοιχεία, σημασία με την οποία πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αναξίμανδρο.
ΠΑΡ. αρχαίος
αρχ.
αρχήθεν, αρχίδιον
νεοελλ.
αρχύτερος.
ΣΥΝΘ. απαρχή, υπαρχή
αρχ.
αυτοαρχή, επαρχή, καταρχή, μεταρχή, προκαταρχή, προϋπαρχή.