Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαλτός

Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes

Greek Monolingual

-ή, -ό βάλλω
1. όποιος ενεργεί όχι με δική του πρωτοβουλία αλλά με υπόδειξη ή παρακίνηση άλλου
2. αυτός που δεν γίνεται τυχαία, ο υποβολιμαίος («βαλτή φωτιά», «βαλτές κουβέντες»).