Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βερνίκι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το
1. χημ. υλικό που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη και προστασία μεταλλικών, ξύλινων ή άλλων επιφανειών
2. επιφανειακό προσόνβερνίκι πολυμάθειας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. < αρχ. βερενίκιονείδος φυτού
νίτρο άριστης ποιότητας»), λ. που ανάγεται στο Βερενίκη, όνομα της συζύγου του Αιγυπτίου βασιλιά Πτολεμαίου Γ' του Ευεργέτη. Κατ' άλλη άποψη, βερνίκι < λατ. vernicium «κόμμι αρκεύθου»].