Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βερνίκι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το
1. χημ. υλικό που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη και προστασία μεταλλικών, ξύλινων ή άλλων επιφανειών
2. επιφανειακό προσόνβερνίκι πολυμάθειας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. < αρχ. βερενίκιονείδος φυτού
νίτρο άριστης ποιότητας»), λ. που ανάγεται στο Βερενίκη, όνομα της συζύγου του Αιγυπτίου βασιλιά Πτολεμαίου Γ' του Ευεργέτη. Κατ' άλλη άποψη, βερνίκι < λατ. vernicium «κόμμι αρκεύθου»].