Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βημόθυρο

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το και βημόθυρα, τα (AM βημόθυρον, το, Μ και βημόθυρα, η)
η μεσαία πύλη του Ιερού, η Ωραία Πύλη του χριστιανικού ναού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βήμα + θύρα.