ἰσότης φιλότητα ἀπεργάζεται → equality leads to friendship
Dor. imper. aor. 2 of βαίνω.
v. βαίνω.
βᾶτε: Δωρ. προστακτ. ἀορ. β΄τοῦ βαίνω.
βᾶτε: Δωρ. αντί βῆτε, προστ. αορ. βʹ του βαίνω.
βᾶτε Dor. imperat. stamaor. 2 plur., zie βαίνω.